Όλοι έχουμε κάτι να κρύψουμε!

Εν ’όψει της υπόθεσης «PRISM», της οργανωμένης και συντονισμένης παρακολούθησης ψηφιακών δεδομένων από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο σχολιασμός των social media και των τηλεπικοινωνιών με αφετηρία και επίκεντρο το privacy ήταν ικανή αιτία να αναδείξει το επιχείρημα καθησυχασμού «δεν έχω κάτι να κρύψω».

Η πιο συνήθης χρήση υπηρεσιών επικοινωνίας και πληροφοριών, από κινητό τηλέφωνο μέχρι μηχανή αναζήτησης ή social network, αναμφισβήτητα δεν αρκεί να αποκαλύψει πληροφορίες που δεν γνωρίζει π.χ. ο γείτονάς σας. Είναι αναμενόμενο ο γείτονάς σας μπορεί να γνωρίζει ότι καθημερινά το απόγευμα πηγαίνετε γυμναστήριο ή τα σαββατοκύριακα λείπετε και πιθανόν να βρίσκεστε στην εξοχική σας οικία. Έτσι συχνά πιστεύετε ότι οι προσωπικές μας πληροφορίες έχουν μηδαμινή αξία.

Η ειδοποιός διαφορά είναι σε τι εύρος η πληροφορία δημοσιοποιείται. Το ότι κάποιοι άνθρωποι γνωρίζουν κάτι, δεν σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε είναι υγιές να έχει πρόσβαση σε αυτή πληροφορία. Ή πιο απλά, το ότι είναι ανεπάντεχο πως οι γείτονές σας γνωρίζουν ότι τα βράδια καυγαδίζετε με την γυναίκα σας, σημαίνει ότι είναι δεοντολογικά ανεκτό να το καταγράψει ένας δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα;

Παρόλα αυτά, μήπως χρειάζεται κάθε άνθρωπος να έχει κάτι να κρύψει;

Ο μέσος αστυνομικός δεν γνωρίζει το συνολικό πλήθος των νόμων, και προσωπικά στοιχηματίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και για τον μέσο εισαγγελέα. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι αν πράγματι έχουμε να κρύψουμε κάτι; Π.χ. μόλις πρόσφατα έμαθα, ότι η λεπίδα ενός μαχαιριού δεν πρέπει να ξεπερνάει περίπου την μια παλάμη, και το γεγονός ότι αγοράστηκε από νόμιμο κατάστημα με νόμιμο παραστατικό, είναι απλά αδιάφορο.

Παλιότερα η μοιχεία ήταν αιτία φυλάκισης, φανταστείτε λοιπόν μια δυστοπία, όπου οι διωκτικές αρχές λειτουργούσαν με 100% αποτελεσματικότητα, ποιος θα τολμούσε να μοιχεύσει και πως θα γινόταν αντιληπτό ότι η κοινωνία έχει ανάγκη μιας τέτοιας «παρέκκλισης»; Η παραβατικότητα ενίοτε αποτελεί την αφορμή για νίκες πάνω σε νομικά ή ανθρώπινων δικαιωμάτων θέματα, έτσι ώστε να «δοκιμάσουμε» τι μας ταιριάζει καλύτερα.

Η αφρόκρεμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι η ελευθέρια στο λόγο, η όποια επιτρέπει κάθε μορφής διαπραγμάτευση σε πολιτικά, νομικά και κοινωνικά θέματα με σκοπό τον εκσυγχρονισμό τους. Κάθε είδος κοινωνικής δομής καθορίζει τι και πως σκεφτόμαστε, τι επιθυμούμε και τι πράττουμε.

Σίγουρα χρειάζεται μια ισορροπία μεταξύ privacy και ηλεκτρονικού, ή μη, εγκλήματος αλλά αυτή την στιγμή έχουμε να αντιμετωπίσουμε ακραίες θέσεις και πράξεις και είναι λογικό, οι υποστηρικτές του σεβασμού του privacy να έχουν καθετοποιημένες απόψεις. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο με το PRISM αλλά π.χ. και στον Ελλαδικό χώρο. Το 2012 «ανοίχτηκαν» 50.000 τηλεφωνικές συνομιλίες, ενώ το 2010 ήταν «μόλις» 6.500 (πηγή). Αυτό απέχει πολύ από την «παλιού» τύπου παρακολούθηση, όπου χρειαζόταν η φυσική παρουσία του «ντετέκτιβ», και κατά επέκταση, για να παρακολουθηθεί μια ολόκληρη χώρα θα έπρεπε να υπήρχαν διαθέσιμοι «ντεντέκτιβ», τουλάχιστον όσοι και οι κάτοικοι.

Η παρακολούθηση και η διαχείριση των προσωπικών δεδομένων ήταν όπλα ολοκληρωτικών καθεστώτων, και η Γερμανική Στάζι μπορούσε να ελέγχει τις απόψεις των πολιτών της με πολύ λιγότερα και μη αυτοματοποιημένα μέσα.

Στις μέρες μας υπάρχουν ιατρικά αρχεία, αρχείο συναλλαγών από τραπεζικούς λογαριασμούς και πιστωτικές κάρτες, αλλά ακόμη και ποινικό μητρώο. Η παραβίασή τους μπορεί όχι μόνο να είναι ντροπιαστική, αλλά και ένα είδος ψυχολογικού βιασμού. Φανταστείτε να ήσασταν ασθενής του ιού HIV και να γινόταν γνωστό στον εργοδότη σας ή στη γειτονιά σας…

Ο άνθρωπος ενδόμυχα συμπεριφέρεται διαφορετικά παρουσία τρίτου και το ενδεικτικότατο παράδειγμα είναι τα «ζευγαράκια», όπου κάτω από συνεχή παρακολούθηση θα ήταν δύστυχα. Το privacy μοιάζει και είναι βιολογική ανάγκη του ανθρώπου.

Η απουσία του ελέγχου των προσωπικών δεδομένων είναι σύμφυτη με την απουσία ελέγχου για το ποιοι είμαστε. Μια διαφορά του ανθρώπου σε σχέση με τα ζώα είναι, ότι έχει νόημα η έννοια «περσόνα». Ο άνθρωπος έχει πολλούς ρόλους. Αναμφισβήτητα υπάρχει και η ανάγκη να μπορεί να επιλέγει κανείς διαφορετική περσόνα ως πατέρας και διαφορετική στο χώρο εργασίας του. Το συνονθύλευμα αυτών των διαφορών συνθέτουν εν τέλει τον χαρακτήρα του, και ο ακρογωνιαίος λίθος της ελευθερίας είναι η ελεύθερη επιλογή του ποιοι είμαστε. Σε αυτό το περιβάλλον η επιλογή αυτή έχει νόημα όχι μόνο ως την καθαυτή επιλογή για τις διάφορες σχέσεις μας, αλλά και στον έλεγχο των εισροών πληροφορίας για κάθε σχέση μεμονωμένα. Έτσι ακόμη και ένα αθώο κουτσομπολιό μπορεί να μετατραπεί σε οδυνηρό, όταν αυτό διαδοθεί ανεξέλεγκτα.

Και το privacy, όμως, δεν μας αφορά μόνο ως μεμονωμένα άτομα αλλά μας επηρεάζει ως κοινωνικά σύνολα. Όλα τα παραπάνω ισχύουν, σε αναλογία, και για μια πολιτική ομάδα ή ένα επιχειρησιακό περιβάλλον.

Μήπως θα έπρεπε τελικά να ανησυχούμε για το privacy μας;