Το Δίκαιο της Ανάγκης

Η διασφάλιση της κρατικής υπόστασης ανάγει σε θετικό κανόνα το Δίκαιο της Ανάγκης. Βρίσκει νομιμοποίηση στον πρωταρχικό σκοπό της πολιτειακής οργάνωσης και συμπληρώνει τα κενά των σχετικών συνταγματικών διατάξεων ή/και αποτελεί εξελισσόμενο κείμενο για τις άκαμπτες διατάξεις.

Δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις καταλύσεως της εννόμου τάξεως, αλλά σε περιπτώσεις που τίθεται σε διακινδύνευση η πολιτεία, πάντοτε όμως μαζί με την κοινωνία. Διαφορετικά μπορεί να αποτελέσει (έκφραση) συνταγματικής δικτατορίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το σύνταγμα της Βαϊμάρης που έδινε το δικαίωμα διάλυσης του κοινοβουλίου σε περιπτώσεις ανάγκης. Αυτή ακριβώς τη ρύθμιση εκμεταλλεύτηκε ο Adolf Hitler και κατέστη δικτάτορας του τρίτου Reich.

Στην Κύπρο επικαλέστηκε και εξετάστηκε στην υπόθεση The Attorney General of Republic v. Ibrahim and Others του 1964. Στην υπόθεση αυτή τέθηκε κατά πόσο οι ρυθμίσεις του ν. 33/1964 ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα. Ο περί απονομής της Δικαιοσύνης νόμος ψηφίστηκε από τη Βουλή, ώστε να αντιμετωπιστεί η ιδιάζουσα κατάσταση που προκάλεσε η απόσυρση των Τουρκοκυπρίων από τον κρατικό μηχανισμό προκαλώντας πλήρη παράλυση της πολιτείας.

Συγκεκριμένα προβλήθηκε το επιχείρημα ότι οι νέες ρυθμίσεις, επειδή δεν καθιστούσαν υποχρεωτική τη συμμετοχή του Τουρκοκύπριου δικαστή σε υποθέσεις όπου κάποιος διάδικος ανήκε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, ήταν αντίθετες με τη διάταξη του άρθρου 159 του Συντάγματος που καθιέρωνε το διακοινοτικό χαρακτήρα απονομής της δικαιοσύνης. Με βάση αυτό το επιχείρημα υποστηρίχθηκε πως αντέβαινε επομένως προς το άρθρο 159 παρ. 4 του Συντάγματος η διάταξη του νέου νόμου που όριζε ότι την υπόθεση μπορούσε να εκδικάσει δικαστήριο αποτελούμενο από τρεις Ελληνοκύπριους Δικαστές.

Η απόφαση του Δικαστηρίου επισημαίνει ότι το Σύνταγμα δεν είχε προβλέψει τους μηχανισμούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν τη λύση της κρίσης που είχε ανακύψει. Υπόβαθρο για τη νομική θεμελίωση υπήρξε το Δίκαιο της Ανάγκης και έγινε συγκεκριμένα γνωστό, ότι η κατάσταση που αντιμετώπισε η Πολιτεία ήταν εξαιρετικά απρόβλεπτη, και θα απειλούνταν άμεσα η κρατική υπόσταση της Κύπρου, αν δεν ψηφιζόταν ο ν. 33/1964 

Σύμφωνα με το Δικαστή Βασιλειάδη, η αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 183 του Συντάγματος καθιστούσε σαφές το πόσο απομακρυσμένη ήταν η διάταξη αυτή από την πολιτική πραγματικότητα του νησιού και μάλλον ειρωνικά ηχούσε η παρατήρηση για τους συνταγματικούς συντάκτες: «[…] must be presumed to have been conscious of the fact that they were legislating for the people of this country, regardless of the interest or objects of foreign powers». Με τη σειρά του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης, ως ένα ακόμη μέλος της σύνθεσης, επισήμανε ότι η θεωρία της Ανάγκης αποτελούσε ασφαλιστική δικλείδα.

Το 1970 το Συμβούλιο της Αρχής Τηλεπικοινώνιων Κύπρου, επικαλούμενο το Δίκαιο της Ανάγκης, αποφάσισε ότι θα διορίζει το ίδιο τους υπαλλήλους της ΑΤΗΚ, αφού δεν υπάρχει πια Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας που είχε αρμοδιότητα διορισμού υπαλλήλων στους ημικρατικούς οργανισμούς. Ο κος Ιωσήφ, ο οποίος δεν πέτυχε να διοριστεί καταχώρησε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, αξιώνοντας την ακύρωση του εν λόγω διορισμού. Ο διορισμός ακυρώθηκε και αυτό γιατί ο τρόπος αναπλήρωσης της εξουσίας που χάθηκε λόγω της μη ικανότητας για νομότυπη λειτουργία της Επιτροπής, έπρεπε να ρυθμιστεί από το αρμόδιο όργανο του Κράτους (Υπόθεση: Iosif v. Cyta του 1970). Ίδια κατάληξη είχε και η υπόθεση Poutros v. Cyta του 1970.

Όμως ως αποτέλεσμα των δυο αποφάσεων, ψηφίστηκε από τη Βουλή ο περί Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου Νόμος (ν. 61/1970) και το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την συνταγματικότητα αυτού του νόμου. Μάλιστα στην υπόθεση Μεσαρίτη v. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου του 1972, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στο συλλογισμό και αποφάνθηκε ότι από την ώρα που το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογούσε παρέκκλιση από το Σύνταγμα με τη θέσπιση γενικού νόμου, το έργο του Δικαίου της Ανάγκης εξαντλήθηκε και δεν ήταν αναγκαίο να εξετάζεται κάθε φορά, αν το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογούσε ή όχι την εφαρμογή του νόμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος στην υπόθεση Θεοδωρίδης v. Πλουσίου του 1976 κρίθηκε ο περί της Κεντρικής Τραπέζης Νόμος του 1963, ήταν συνταγματικός, αφού η εφαρμογή του δικαιολογούνταν στο πλαίσιο της αρχής αυτής.

Η αρχικά αρνητική στάση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικαταστάθηκε με τη θέσπιση γενικού νόμου και έπειτα από τη θετική προσέγγιση του ιδίου Δικαστηρίου. Αποτέλεσμα τώρα να μην μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ότι το Δίκαιο της Ανάγκης δικαιολογεί τη διατήρηση εξουσίας ακόμη και ως προς την αναθεώρηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και στην απουσία των Τουρκοκυπρίων Βουλευτών.

Συνοψίζοντας, προϋποθέσεις για την επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης είναι:

  • Ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης ή εξαιρετικής περίστασης, η οποία να μην μπορεί να επιλυθεί με οποιοδήποτε διάταξη του Συντάγματος.
  • Απουσία άλλης θεραπείας.
  • Το Δίκαιο της ανάγκης θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο με την περίπτωση που καλείται να θεραπεύσει.
  • Πρέπει να είναι πεπερασμένης ισχύος ή τουλάχιστον όμοιας χρονικής ισχύος με την κατάσταση που προκλήθηκε και επιστράτευσε την αναγκαιότητα εφαρμογής του Δικαίου της Ανάγκης.

Βιβλιογραφία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *