Ακραίες περιπτώσεις Mens Rea

Η πρώτη θεμελιακή γνώση του Ποινικού Δικαίου, με την οποία έρχεται αντιμέτωπος κάθε σπουδαστής νομικής, είναι ότι κάθε πράξη στο ποινικό δίκαιο πρέπει να εξετάζεται με τη νομοτυπική της μορφή και να πλαισιώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να περιέχει τόσο (α) την, υπό στενή έννοια, αντικειμενική υπόσταση (actus reus) όσο και (β) την υποκειμενική ή νοητική υπόσταση (mens rea). Το actus reus θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως τα εξωτερικά στοιχεία της πράξης, ενώ το mens rea και ως τα ενδόμυχα ή εσωτερικά στοιχεία της (ίδιας) πράξης.

Μια δεύτερη βασική γνώση της θεωρίας του ποινικού δικαίου είναι ο γενικός κανόνας που συνοψίζεται στη λατινική φράση «Actus non facit reum nisi mens sit rea», που σημαίνει ότι κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του μόνο, παρά μόνο αν δρα με την απαραίτητη ένοχη διάνοια. Δηλαδή, κανένας δεν είναι ένοχος για ένα έγκλημα, εκτός από αυτούς που διέπραξαν μια συγκεκριμένη ποινική πράξη (actus reus) με την απαραίτητη νοητική υπόσταση (mens rea).

Αυτή η γενική αρχή, όσο και απλοϊκή και αν μοιάζει, έχει αρκετές δυσκολίες κατά την υπαγωγή σε αυτήν των αληθινών περιστατικών. Στο συλλογικό πόνημα που ακολουθεί, επελέγησαν δυο διαμετρικά αντίθετες γενικές περιπτώσεις, ώστε να ξεδιπλωθεί η υφή των δυσκολιών στην απονομή της δικαιοσύνης.

Από την μια όχθη έχουμε την αναγκαιότητα για συντήρηση των οργανωμένων κοινωνιών, την προώθηση της ευημερίας και της ειρήνης, και από την άλλη όχθη, ο Louk Hulsman επικρίνει το ποινικό δίκαιο, στη μορφή που έχει σήμερα. Μια από τις περιγραφές του: «άνθρωποι απλοί, που έμπλεξαν με το νόμο και δεν είχαν κανέναν δίπλα τους για να λύσει το πρόβλημά τους φιλικά …φουκαριάρηδες, κοινωνικές περιπτώσεις. Είναι ολοφάνερο πως το ποινικό σύστημα δημιουργεί και ενισχύει τις κοινωνικές ανισότητες».

Παρόλα αυτά, ακόμη και αν δεχτούμε τη θέση του, προσπαθήσαμε να υπενθυμίσουμε ότι κάθε ποινική διαδικασία διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες. Κανόνες που διασφαλίζουν το προβλέψιμο και κανόνες που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα μέσα από διάφορα και ανεξάρτητα, αλλά αλληλοελεγχόμενα, επίπεδα κρίσης. Το έγκλημα, και δη το οργανωμένο έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο είναι αμείλικτο και άδικο. Ο Εισαγγελέας μπορεί (άτυπα έστω) να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, το Δικαστήριο να πράξει το ίδιο και να αναθεωρήσει την κρίση του. Ακόμη και τα σωφρονιστικά ιδρύματα έχουν την «καλή διαγωγή», και κάποια νομοθετήματα έχουν καθοριστικά σημεία επιείκειας. Η σφαίρα, όμως, όχι.

Έτσι λοιπόν παρόλο που η αστυνομία, και ευρύτερα η δικαιοσύνη, καλείται να αντιμετωπίσει το οργανωμένο έγκλημα, ωστόσο έχουν τεθεί σημαντικά όρια, ώστε να εξουδετερώνονται οι κραδασμοί, οι οποίοι προκύπτουν από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, χωρίς φυσικά να τίθεται σε κίνδυνο η κοινωνία και το αίσθημα περί δικαίου.