Agnieška Anisimovienė v. bankas Snoras AB, C-688/15

Ιδιωτικά Κεφάλαια προς αγορά χρηματιστηριακών προϊόντων, τα οποία ουδέποτε δεν εκδόθηκαν λόγω εκκαθάρισης του εκδότη – Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις για την εφαρμογή των Οδηγιών 94/19/ΕΚ και 97/9/ΕΚ, ή αλλιώς περί των Συστημάτων Εγγυήσεων Καταθέσεων και Αποζημιώσεως Επενδυτών.

Γεγονότα

Στα τέλη του 2010, η Τράπεζα Snoras λαμβάνει την απόφαση να προβεί σε διαδικασία Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου (AMK), ενόψει των επιτακτικών αναγκών για άντληση νέων κεφαλαίων. Λίγο αργότερα ενορχηστρώθηκε, επιπρόσθετα, και έκδοση νέων ομολόγων. Και οι δυο κεφαλαιουχικές αναδιαρθρώσεις, αρχικώς, πήραν την κατάλληλη έγκριση από την αρμόδια εθνική επιτροπή και η τράπεζα προέβη στην σύναψη Συμβάσεων Εγγραφής προς πώληση των εν λόγω τίτλων με διάφορους πελάτες.

Κοινός παρονομαστής των Συμβάσεων Εγγραφής, η έγκυρη προεξόφληση από τους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Ειδικότερα κατά την περίπτωση της ΑΜΚ και έκδοσης νέων μετοχών, προνοήθηκε το άνοιγμα ενός τρίτου τραπεζικού λογαριασμού σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, με δικαιούχο την Snoras και με σκοπό να συγκεντρωθούν τα κεφάλαια που προορίζονταν για την εν λόγω χρηματοδοτική διευθέτηση. Στην περίπτωση της έκδοσης των ομολόγων, η διαδικασία προνοούσε ότι η Snoras θα άνοιγε ειδικού σκοπού λογαριασμό εντός του ιδρύματος. Πρακτικά, είτε κατόπιν πρωτοβουλίας των ίδιων πελατών είτε η Τράπεζα οίκοθεν, χρέωσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς των πελατών με την εκάστοτε τιμή έκδοσης και πίστωσε τους κατάλληλους άλλους λογαριασμούς με τα αντίστοιχα ποσά.

Αν και διευθετήθηκαν οι αντιπαροχές των ενδιαφερόμενων πελατών, η Τράπεζα ουδέποτε δεν εξέδωσε τις υποκείμενες κινητές αξίες, καθώς το Νοέμβριο του 2011 αναστάλθηκε η λειτουργία της Τράπεζας, με σκοπό να κρατικοποιηθεί και εν τέλει να υποβληθεί σε δικαστική εκκαθάριση.

Οι πελάτες άσκησαν ένδικα μέσα καθώς ισχυρίζονταν ότι δικαιούνταν την αποζημίωση που προβλέπει ο νόμος για την εγγύηση των καταθετών και της αποζημίωσης των επενδυτών.

Νομικά διακυβεύματα

Τα προδικαστικά ερωτήματα των δυο συνδικασθέντων υποθέσεων, συνενώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε εξετάστηκαν οι παρακάτω ευρύτερες προβληματικές:

  • Κατά πόσο στα επίδικα περιστατικά, δύνανται να ενεργοποιήσουν (i) το Σύστημα Εγγυήσεων Καταθέσεων και όπως αυτό θεσπίζεται στην Οδηγία 94/19/ΕΚ, αλλά και (ii) το Σύστημα Αποζημιώσεως των Επενδυτών της Οδηγίας 97/9/ΕΚ.
  • Κριτήρια για την επιλογή του καταλληλότερου συστήματος ως θεραπεία.
  • Τα δυο επίδικα συστήματα δύνανται να έχουν «κάθετο άμεσο αποτέλεσμα».

Πρώτη προβληματική

Για να απαντήσει ο Δικαστής στο κατά πόσο εμπίπτουν στις εν λόγω Οδηγίες, τα κεφάλαια τα οποία χρεώθηκαν από προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό και πιστώθηκαν σε λογαριασμό με δικαιούχο το παρισταμένο αυτό τραπεζικό ίδρυμα, με σκοπό την αγορά κινητών αξιών, οι οποίες δεν εκδόθηκαν λόγω πτώχευσης, επέλεξε πρώτα να ερμηνεύσει τις επίμαχες οδηγίες στο σύνολό τους, ξεκινώντας από το Σύστημα Αποζημιώσεως Επενδυτών.

Διακρίθηκε ως καθοριστικός παράγοντας υπαγωγής ή όχι στη Οδηγία 97/9/ΕΚ, αν τα ιδιωτικά κεφάλαια κατατέθηκαν στην Snoras σε σχέση με μια ή πλείονες υπηρεσίες του σχετικού παραρτήματος της MiFID. Η Οδηγία αυτή στο ΠαρΙ(Γ)(1) αναφέρεται σε μέσα «μεταβιβάσιμων κινητών αξιών»,  στη διάταξη 4(1)(18) ερμηνεύεται ως «οι τίτλοι που επιδέχονται διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά, περιλαμβανομένων των εταιρικών μετοχών και των ομολόγων».  Αν και η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι εν προκειμένω η Snoras δεν λειτούργησε ως ενδιάμεσος αλλά ως εκδότης και όπως οποιαδήποτε εταιρεία που εκδίδει τίτλους, στην πραγματικότητα ο εκδότης των τίτλων είναι αδιάφορος παράγοντας.

Προς ενίσχυση της παραπάνω κρίσης, το ενωσιακό Δικαστήριο διέκρινε επίσης, ότι στον ίδιο κατάλογο γίνεται λόγος και για διευρυμένες δραστηριότητες, όπως η «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελάτη». Ο όρος αυτός θα πρέπει να ανατοποθετηθεί έναντι του όρου «διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων», καθώς το πραγματικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας MiFID ανακύπτει μέσα από την αντιπαράθεση των επενδύσεων έναντι ιδίων κεφαλαίων και των επενδύσεων έναντι κεφαλαίων των πελατών. Αν το εκάστοτε ίδρυμα είναι επίσης και συμβαλλόμενο, ως εκδότης των τίτλων, δεν μπορεί να παραλειφθεί το γεγονός ότι από τη συμφωνία αντλεί όφελος ο πελάτης και χρησιμοποιούνται τα δικά του κεφάλαια. Συνοψίζοντας, η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την αγορά κινητών αξιών συνιστά επενδυτική υπηρεσία, κατά την έννοια του της οδηγίας MiFID και ανεξάρτητα αν θα τα εκδώσει το ίδιο το ίδρυμα.

Ο Εισαγγελέας αποπειράθηκε να τονίσει ότι η οδηγία δεν επιδιώκει προστασία από τους εγγενείς σε κάθε επένδυση κινδύνους (π.χ. πτώχευση). Επίσης σχολίασε ότι στην επίδικη περίπτωση κατά τύχη ταυτίζεται η επενδυτική εταιρεία με τον φορέα έκδοσης των κινητών αξιών. Ωστόσο, οι παραποιούμενοι ουδέποτε απέκτησαν τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά προϊόντα και άρα δεν άπτεται επί της απώλειας χρηματιστηριακής αξίας. Το ΔΕΕ διατύπωσε ότι τίθεται ζήτημα αδυναμίας του πιστωτικού ιδρύματος, και υπό αυτήν του την ιδιότητα, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προς πελάτες-επενδυτές και να παραδώσει τα επίδικα προϊόντα.

Εξάλλου ο σκοπός της Οδηγίας 97/9/ΕΚ είναι η προστασία από απάτη, επαγγελματική αμέλεια ή κάποιο διαχειριστικό λάθος. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι απαιτήσεις όπως οι επίδικες, αφορούν κεφάλαια τα οποία δεν είναι εγγεγραμμένα σε λογαριασμούς που έχουν ανοιχτεί στα ονόματα των πελατών, αλλά σε λογαριασμούς των οποίων δικαιούχος είναι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, δεν αποκλείει ότι καλύπτονται οι απαιτήσεις από τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών.

Κατά δεύτερον, κατά την ερμηνεία του Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και της Οδηγίας 94/19/ΕΚ, ακολουθήθηκε ένας παρόμοιος δικανικός συλλογισμός. Διαπιστώθηκε ότι η Κατάθεση εντός επίδικου πλαισίου, έχει την σημασία του πιστωτικού υπολοίπου που προκύπτει ενόψει των «Συνήθων Τραπεζικών Συναλλαγών», καθώς και για τα χρέη για τα οποία έχει εκδοθεί παραστατικός τίτλος.

Σημαντικό εμπόδιο αποτέλεσε το γεγονός ότι όχι μόνο οι κινητές αξίες δεν εκδόθηκαν ποτέ, τα ιδιωτικά κεφάλαια δεν ήσαν πλέον πιστωμένα στους προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά την ημερομηνία που οι καταθέσεις κατέστησαν μη διαθέσιμες. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα ομόλογα εμπίπτουν στα χρέη με παραστατικό τίτλο, ενώ αντίθετα οι μετοχές δεν εμπίπτουν στο πεδίο έγνοιας της Οδηγίας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι «Συνήθεις Τραπεζικές Συναλλαγές» δεν ορίζονται σε κανένα ενωσιακό κείμενο, ούτε γίνεται κάποια παραπομπή για εθνική διευθέτηση. Μοναδική ερμηνεία, η πιθανή καθημερινή σημασία του όρου. Στη απόλυτα συνυφασμένη Οδηγία 2006/48/ΕΚ παρατίθεται όλο το εύρος των εφικτών τραπεζικών συναλλαγών και συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι συναλλαγές για λογαριασμό του πιστωτικού ιδρύματος ή για λογαριασμό των πελατών. Κατά μια αφαιρετική προσέγγιση, το καθοριστικό κριτήριο φέρεται να είναι ότι η συναλλαγή διενεργείται από το πιστωτικό ίδρυμα και με κεφάλαια των καταθετών.

Άρθρο 1(1) της Οδ. 94/19/ΕΚ: [Τ]ο πιστωτικό υπόλοιπο, που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε λογαριασμό ή από μεταβατικές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές και το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να επιστρέψει βάσει των ισχυόντων νόμιμων και συμβατικών όρων, καθώς και χρέη για τα οποία το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα έχει εκδώσει παραστατικούς τίτλους.

Το κατά πόσον οι συμβάσεις για την αγορά των μελλουσών να εκδοθούν κινητών αξιών δημιουργούν μια «μεταβατική κατάσταση», θα πρέπει να απαντηθεί καταφατικά, καθώς όταν πραγματοποιείται η εξόφλησή τους και τα εν λόγω ποσά βρίσκονται σε άλλο λογαριασμό με δικαιούχο την τράπεζα, η παραμονή τους στο δεύτερο λογαριασμό και μέχρι την έκδοση των τίτλων, ερμηνεύεται ως μια «μεταβατική κατάσταση». Αυτή η ερμηνεία δεν μπορεί ανατραπεί από το γεγονός ότι κατά την ΑΜΚ, επιλέχθηκε ως λογαριασμό διευθέτησης λογαριασμό άλλης τράπεζας.

Δεύτερη προβληματική

Εξετάστηκε η περίπτωση (α) κατά την οποία απαιτήσεις εμπίπτουν τόσο στα συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων κατά την οδηγία 94/19 όσο και στα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών κατά την οδηγία 97/9 και (β) ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει καταλογίσει τις απαιτήσεις αυτές σε σύστημα εμπίπτον σε μια από τις δύο οδηγίες αυτές.

Αιτιολογικό σχόλιο της Οδ. 97/9/ΕΚ: […] ενδέχεται εντούτοις σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι δυσχερής η διάκριση μεταξύ των καταθέσεων που καλύπτονται δυνάμει της οδηγίας 94/19/EK και των κεφαλαίων που κρατούνται σε σχέση με επενδυτικές εργασίες· ότι θα πρέπει να δοθεί η ευχέρεια στα κράτη μέλη να αποφασίζουν τα ίδια σε ποιά από τις δύο οδηγίες υπάγονται οι εν λόγω απαιτήσεις.

Άρθρο 2(3) της Οδ. 97/9/ΕΚ: Εάν η απαίτηση ενός από τα είδη που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έναντι πιστωτικού ιδρύματος σε ορισμένο κράτος μέλος εμπίπτει συγχρόνως στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 94/19/EK, το εν λόγω κράτος μέλος την καταλογίζει στο κατά την κρίση του καταλληλότερου εκ των δύο συστημάτων. Δεν επιτρέπεται η καταβολή διπλής αποζημίωσης για μία και την αυτή απαίτηση δυνάμει αμφοτέρων των οδηγιών.

Δεν προβλέπονται αντικειμενικά κριτήρια για τον καταλογισμό των αιτούμενων απαιτήσεων σε ένα εκ των δυο συστημάτων και απλώς αναθέτει τη σχετική απόφαση στα κράτη-μέλη. Το ΔΕΕ έκρινε ότι εναπόκειται στους εν λόγω δικαιούχους να επιλέξουν την καταβολή αποζημιώσεως από ένα εκ των συστημάτων που προβλέπονται.

Τρίτη προβληματική

Η κρίση του ενωσιακού Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη «κάθετου άμεσου αποτελέσματος» και λόγω της C-671/13, συνοψίζεται στο ότι καθοριστικό κριτήριο είναι αν το περιεχόμενο της εκάστοτε οδηγίας είναι αρκούντως σαφείς, ακριβείς και απαλλαγμένου αιρέσεων. Υπενθυμίστηκε παράλληλα, ότι εφόσον πληρείται το κριτήριο αυτό, τότε η εν δυνάμει εφαρμογή της δεν περιορίζεται στο συσταλτικό πλαίσιο του Κράτους, αλλά και έναντι οργανισμών ή φορέων που είτε πρόκειται για νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είτε διότι υπόκεινται στην εποπτεία ή τον έλεγχο δημόσιας αρχής, ή ακόμη διότι τους έχει ανατεθεί, από την αρχή αυτή, η εκτέλεση αποστολής δημοσίου συμφέροντος και, για τον λόγο αυτό, τους έχουν παρασχεθεί εξαιρετικές εξουσίες.

Πράγματι, οι ιδιώτες μπορούν να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προς στήριξη των αγωγών αποζημιώσεως κατά δημόσιας επιχειρήσεως η οποία είναι υπεύθυνη, σε κράτος μέλος, για τα συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων και αποζημιώσεως των επενδυτών.

 Agnieška Anisimovienė v. bankas «Snoras» AB, C-688/15
«Indėlių ir investicijų draudimas» VĮ v. Alvydas Raišelis, C-109/16

Αναφερόμενες υποθέσεις:

Nemaniūnas, C‑671/13, Farrell, C‑413/15, Tiefkühlgemüse, C-516/16, Vervloet, C-76/15, Comercial Hostelera de Grandes Vinos, C-604/11, ERGO Poist’ovňa.