Μονογραφία για τις τροποποιήσεις στο πτωχευτικό σύστημα της Κύπρου, της 13ης Ιουλίου του 2018

Με την Οικονομική Κρίση του 2013, δεν δοκιμάστηκαν μόνο οι πολίτες και η επιχειρηματική δραστηριότητα της Κύπρου αλλά και το νομοθετικό της πλαίσιο. Η παρούσα εργασία καταπιάνεται με το πτωχευτικό και προπτωχευτικό σύστημα αλλά και των διαφόρων διαδικασιών έναντι των προβλεπομένων καθεστώτων αφερεγγυότητας. Εξετάζονται αναλυτικά οι κύριες τροποποιήσεις, σε μια ωστόσο θεωρητική προσέγγιση.

Γνώμη μου είναι ότι οι εκκαθαρίσεις δεν είναι μόνο ένα τεχνικό εργαλείο. Τα αποτελέσματα μιας εκκαθάρισης δεν επηρεάζουν μόνο τους πολίτες που τύγχαναν να έχουν ανοιχτές συναλλαγές με το πτωχευμένο πρόσωπο. Κατά την αξιολόγηση μιας οικονομίας, συχνά έχουν μια μοναδική επιρροή μεγέθη όπως το μέσο recovery rate (ποσοστό ανάκτησης) ή ο βαθμός παρέμβασης του Διαχειριστή της εκκαθάρισης.

Οι τιτλοποιήσεις, αν και πρωτίστως ένα χρηματοικονομικό εργαλείο, αποτελούν και εξειδικευμένο εργαλείο αποφυγής της αφερεγγυότητας των τραπεζών, συχνά αποτελεί και μέρος της ίδιας πολιτικής ατζέντας με τις πτωχευτικές διαδικασίες και την κατάσταση αφερεγγυότητας, αλλά και ο τρόπος της νομοθέτησης των τιτλοποιήσεων επικεντρώνεται πρωτίστως στις πιθανότητες στρέβλωσης της αγοράς, στη διαφάνεια των συναλλαγών και εν γένει σε δεοντολογικά ζητήματα. Παράλληλα ότι οι επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα συνθέτουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αγορά εργασίας είναι κάτι το αδιαμφισβήτητο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο, προχωράει το συλλογισμό, συμπερασματολογεί τη σπανιότητα των επιχειρηματικών δεξιοτήτων και επιδιώκει ένα μοντέρνο καθεστώς στη βάση της «δεύτερης ευκαιρίας». Κοινός παρονομαστής, το ότι οι δυσκολίες που αναδείχτηκαν στη πρώτη περίπτωση, και αναδεικνύονται και στη δεύτερη, υπό εξέλιξη, περίπτωση, έχουν ελάχιστο οικονομοτεχνικό ενδιαφέρον.

Ακολουθεί αναλυτικά η μονογραφία: