Δημήτρη Δημηρίου v. Cyprus Popular Bank Public Co Limited κ.α. (2018), Πολιτική Έφεση υπ’ αριθμόν E151/156

Απόρριψη τροποποίησης έκθεσης απαίτησης. O εφεσείων καταχώρισε αρχικά αίτηση για τροποποίηση με σκοπό την προσθήκη εναγομένων, η οποία έγινε αποδεκτή.  Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης με σκοπό τον εμπλουτισμό της έκθεσης απαίτησης. Εκτός από ζητήματα ανασύνταξης, αναδόμησης και μορφοποίησης των δικογράφων, επιδιώχθηκε να προστεθούν και τα ζητήματα: (α) βαριάς αμέλειας λόγω μη έγκαιρης ενσωμάτωσης στο Κυπριακό Δίκαιο Ευρωπαϊκών κανόνων, πολιτικών και πρακτικών και (β) την παραβίαση της σχέσης μεταξύ εφεσείων και της μιας εφεσίβλητης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την δεύτερη αίτηση τροποποίησης και ασκήθηκε έφεση έναντι της απόρριψης αυτής. Το Ανώτατο Δικαστήριο και με απόφαση πλειοψηφίας έθεσε ως επίκεντρο της αντιδικίας την ιδιωτική συμφωνία, και παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε ότι η φιλελεύθερη τάση είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση των δικογράφων, κατέληξε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί της αποδοχής των τροποποιήσεων των δικογράφων, διέπεται από δυο καθοριστικούς παράγοντες: (i) κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία και (ii) κατά πόσο ελλοχεύει κίνδυνος να ζημιωθεί ο αντίδικος σε όρους ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υποβάθμισε τα παραδοσιακά κριτήρια (χρόνος κατάθεσης ενός τέτοιου αιτήματος και κατά πόσο προκύπτουν νέοι ισχυρισμοί) σε βοηθητικά κριτήρια, αποφάνθηκε ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν προσθέτουν κάτι στην δικαστική κρίση, ούτε αποκαλύπτουν νέες πτυχές όσο αφορά τις συνθήκες κατά τις οποίες συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση.

Αναφερόμενες υποθέσεις από την πλειοψηφία:

Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α., Πολ. Έφ. Αρθ. 137/2013, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφ. 58/2012, Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κ. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α., Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.α. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1608.

Άποψη Μειοψηφίας

Ο ευπαίδευτος Δικαστής Γ. Ν. Γιασεμής κρίνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τις αιτηθείσες τροποποιήσεις ακροθιγώς και με γενικότητα και ταυτοχρόνως περιόρισε την εξέτασή του σε μια αντιδικία έναντι μιας συμφωνίας πώλησης αξιογράφων. Βάσει αυτών των σκέψεων καταλήγει στο ότι, η παραβίαση μια σχέση εμπιστοσύνης είναι απλώς ένας πρόσθετος τρόπος να παραβιαστεί μια σύμβαση και ότι η βαριά αμέλεια δεν μπορεί να αποτελεί να αποτελεί ξεχωριστή αιτία από αυτή της αμέλειας, η οποία είχε διατυπωθεί από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Τέλος σημείωσε ότι οι εφεσίβλητοι δεν κατέδειξαν σε τι θα συνίστατο η ζημιά από την προτεινόμενη τροποποίηση, ενώ επικαλούμενος την νομολογία  επισημαίνει ότι τα λάθη ή αμέλεια σε ένα δικόγραφο δεν θα μπορούσαν να εξισωθούν με κακοπιστία.

Αναφερόμενες υποθέσεις από την μειοψηφία:

Preece κ.α. v. Ρωσσίδου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 237, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Αstor Co κ.α. v. Α & G Leventis Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα (2012) 1 Α.Α.Δ. 745, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφ. 58/2012.