Κτηματολόγιο και διαδικασίες quasi-Judicials

Είναι ζήτημα διαλακτικής για το αν το εκάστοτε κτηματολογικό αρχείο έχει πρωτίστως οικονομική ή εμπράγματη φύση. Η έννοια του κτηματολογίου χαρακτηρίζεται ως ένα εμβόλιμα του Ηπειρωτικού Δικαίου στα κοινοδικαιικά κράτη, περίπου τρεις δεκαετίες πριν, αν και εν γένει παρουσίαζε έντονη ανομοιογένεια, καθώς κάθε κυβέρνηση προτού υιοθετούσε τον θεσμό, για ιστορικούς λόγους και λόγω τοπικών ιδιαιτεροτήτων, προσάρμοζε θεμελιακά στοιχεία του θεσμού στις δικές της ανάγκες και σκοπιμότητες. Παρόλα αυτά ακαδημαϊκοί πάντοτε επικαλούνται την ταξινόμηση του G. H. Larsson,  ήτο τον διαχωρισμό των κτηματολογίων σε i) οικονομικά, ii) νομικά και iii) μεικτού ενδιαφέροντος. Τα πρώτα αποσκοπούν στην αύξηση της φοροεισπρακτικής δυνατότητας των κρατών, τα δεύτερα στην παρακολούθηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εκάστοτε τεμαχίου γης και με την τρίτη κατηγορία αναφερόμαστε στα νομικού κύρους μητρώα, τα οποία συγχωνεύονται με άλλα μητρώα ή άλλες πληροφορίες. Είναι επίσης παραδεκτό το γεγονός ότι οι σύγχρονες προσεγγίσεις για τον θεσμό του κτηματολογίου, βασίζονται στα κτηματολόγια μεικτού χαρακτήρα.

Η επαυξημένη νομική αξία φαίνεται να αναγνωρίστηκε εγκαίρως, αν και δείγματα επίσημων μητρώων τοποθετούνται ακόμη και στο 3000 π.Χ. στην Αρχαία Αίγυπτο, ωστόσο κυρίως η τότε ελλείπει γνώση της επιστήμης της τοπογραφίας, καθιστά αδύνατη την σύγκριση αυτών, με αυτά της πρόσφατης εποχής.

Ενδεικτικά, ο Ναπολέοντας ο Βοναπάρτης είχε προβεί σε δυο σημαντικές δηλώσεις. Καταρχήν ότι «ένα καλό κτηματολόγιο θα είναι το καλύτερο συμπλήρωμα στο Αστικό Δίκαιό μου, ώστε να επιτευχθεί μια συστημική τάξη στην αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας. Τα σχέδια θα πρέπει διαμορφωθούν με τέτοιο τρόπο, ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι εφικτό να καταγράφονται και να ανακτώνται τα σύνορα μιας ακίνητης ιδιοκτησίας και να αποτρέψουμε συγχίσεις, αλλιώς θα καταφθάνουν αγωγές», και κατά δεύτερον ότι «το κτηματολόγιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πραγματική αρχή της Αυτοκρατορίας, σε όρους διασφάλισης της κατοχής της γης».