ICANN_Cover

Η ίδρυση του ICANN: Ιστορική και πολιτική προσέγγιση

Σε αντίθεση με το τηλεφωνικό δίκτυο, στο Διαδίκτυο για να συνδεθούμε με έναν άλλο χρήστη, διακομιστή ή υπηρεσία του δικτύου, έχουμε συνηθίσει να πληκτρολογούμε λέξεις, δηλαδή διευθύνσεις αποτελούμενες από λατινικούς χαρακτήρες και σύμβολα. Το κυριότερο μέρος μιας διεύθυνσης ιστοσελίδας, ονομάζεται «όνομα χώρου» (domain). Το Internet, ως πρωτόκολλο δικτύου, εσωκλείει μηχανισμούς αριθμοδότησης του εκάστοτε χρήστη, κόμβου ή άλλου τερματικού – τις γνωστές σε όλους μας «IP Διευθύνσεις» – ωστόσο ακόμη και στον προκάτοχο του Internet, το ARPAnet, είχε προνοηθεί ένας παράλληλος τρόπος «κλήσης» ενός τερματικού, ώστε να διευκολύνεται ο άνθρωπος στην απομνημόνευση των ηλεκτρονικών αυτών διευθύνσεων.

Σήμερα, ένα όνομα χώρου αποτελείται από διακριτικά τμήματα, που το καθένα να αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό επίπεδο της αρχιτεκτονικής των διευθύνσεων διαδικτύου. Η «τελεία» διακρίνει τα διάφορα επίπεδα και ξεκινώντας από τα δεξιά προς τα αριστερά, συναντάμε το πρώτο, το δεύτερο (και κύριο) επίπεδο, ενώ συνήθως σταματάμε στο τρίτο επίπεδο, το οποίο στο πλαίσιο του Web και μέχρι πρότινος και τις πλείστες φορές ήταν το ακρωνύμιο του World Wide Web (www) και το οποίο τρίτο επίπεδο στις μέρες μας είθισται να παραλείπεται.

The stracture of domains

Στο τέλος ενός ονόματος χώρου, στο πρώτο επίπεδο, συναντάμε καταλήξεις (ακρωνύμια), οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε δυο κατηγορίες. Τα ccTLD1 και gTLD2. Όπως μαρτυρά το όνομα εκάστου, τα μεν πρώτα αφορούν τις καταλήξεις χώρων3 και τα δε δεύτερα, τις γενικές καταλήξεις4. Στο πλαίσιο αντιστοιχίας ονομάτων-χώρου με IP διευθύνσεις, επιλέχθηκε μια πυραμιδοειδής ή ιεραρχική προσέγγιση κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο εντοπισμός της συζυγίας μεταξύ IP διευθύνσεις και ενός ονόματος-χώρου, να απαιτεί διαδοχικά ερωτήματα από τη συσκευή του χρήστη. Αν έπρεπε να προσομοιαστεί αυτή η αλληλουχία των εντολών, με ανθρώπινο διάλογο το αποτέλεσμα πιθανόν να ήταν ερωτήσεις του τύπου «σε ποια λίστα θα βρω τις αντιστοιχίες των καταλήξεων .org», να έπονται από ερωτήσεις του τύπου «σε ποια IP αντιστοιχεί η λέξη cylaw ως δεύτερο επίπεδο της καταλήξεως org». Τους servers που είναι υπεύθυνοι για τις αντιστοιχίες του πρώτου επιπέδου, τους ονομάζουμε «Root Server» και αποτελείται από μια συστοιχία δεκατεσσάρων servers, διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του πλανήτη.

Κατά τη γνώμη του συντάκτη, η ψύχραιμη θεώρηση των απολύτως αναγκαίων καθηκόντων της ICANN5. μπορεί να επέλθει κατόπιν εξέτασης των γενεσιουργών αιτίων που κατέστησαν αναγκαία την ίδρυση του οργανισμού ICANN. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα στοιχειώδες σύστημα αλφαριθμητικών διευθύνσεων είχε υιοθετηθεί και στο αρχικό μόρφωμα του διαδικτύου, το ARPAnet. Όλες οι επιθυμητές αντιστοιχίες ονομάτων με τις IP διευθύνσεις, ήταν αποθηκευμένες σε ένα αρχείο6 και σε κάθε κόμβο του δικτύου όφειλε να διατηρεί το δικό του αντίγραφο.

Η τεχνική αυτή μπορούσε να ήταν λειτουργική για το μέγεθος του τότε δικτύου, ωστόσο ήταν ευδιάκριτες διάφορες θεμελιακές παθογένειες. Καταρχάς η επικυροποίηση του αρχείου ήταν ιδιαίτερα επίπονη διαδικασία και απαιτούσε την ταυτόχρονη τροποποίηση πολλαπλών αρχείων. Κατά δεύτερον, θα έπρεπε ανά πάσα στιγμή να ήταν γνωστή όλη η «επικράτεια» του δικτύου και αυτό μειώνει σημαντικά τους βαθμούς αποκεντροποίησης του δικτύου7. Οι παθογένειες ωστόσο δεν περιορίζονται μόνο σε τεχνικά ζητήματα. Μπορεί τα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων κατά του «μητρώου αντιστοιχιών» να μην έχουν αποφευχθεί8, αλλά στην αρχιτεκτονική του ARPAnet, δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων εφικτός ένας καθολικός μηχανισμός επιτήρησης ή διασφάλισης της ορθότητας μιας αντιστοιχίας.

Οι αδυναμίες της αρχικής προσέγγισης, γρήγορα έγιναν αντιληπτές καθολικά στη διοίκηση του ARPAnet και για αυτό συμβλήθηκε με το University of California at Los Angeles (UCLA)9 και υπό την αιγίδα του Postel Jon και Mockapetris Paul. Το 1983 παρουσιάστηκε μια νέα, ριζικά αναθεωρημένη προσέγγιση, το Domain Name System (DNS) και το οποίο μέχρι το 1990 είχε αντικαταστήσει πλήρως το host.txt. Όπως αναλύθηκε ήδη, προσομοιάζει περισσότερο με μια «ολοκληρωμένη υπηρεσία», παρά με μια λίστα ή με έναν ταξινομημένο πίνακα αντιστοιχιών ονομάτων και IP διευθύνσεων. Η αυστηρότητα που συναντάμε στην ιεραρχική δόμηση του συστήματος, παρατηρείται και στις μη τεχνικές διαδικασίες του εν λόγω συστήματος, με χαρακτηριστικότερο τομέα, την ασφάλεια, υπό την ευρύτερη ερμηνεία της. Το εν λόγω πρωτόκολλο δεν σταματά μόνο στο επίπεδο του λογισμικού, επεκτείνεται κατά τελετουργικό τρόπο και στις διαδικασίες των συναντήσεων και συσκέψεων.

Ωστόσο επιδιώκοντας π.χ. την κρυπτογράφηση ενός πληροφοριακού συστήματος με ιεραρχική δόμηση, προκύπτουν διάφορα «ψηφιακά παράδοξα». Οι τεχνικές κρυπτογράφησης βασίζονται στην ύπαρξη ενός δημόσιου και ενός ιδιωτικού κλειδιού. Όταν τα επιμέρους υποσυστήματα πρέπει να διασφαλίσουν την ακεραιότητα των δεδομένων (πληροφορίας) του ανωτάτου συστήματος, εκ των πραγμάτων δεν εναπομένει άλλο επίπεδο ώστε να εκδώσει ή να διανείμει (αυτοματοποιημένα) τα κλειδιά της κρυπτογράφησης. Για αυτές τις περιπτώσεις, έχουν τυποποιηθεί συγκεκριμένες «offline διαδικασίες»10, όπως το SAS-70 του American Institute of Certified Public Accountants (AICPA).

Στην περίπτωση του DNS πρόκειται για μια τελετή που συμβαίνει δυο φορές το χρόνο. Το ιδιωτικό κλειδί συνθέτεται από 7 άλλα κύρια κλειδιά και 7 εφεδρικά κλειδιά, τα οποία διαμοιράζονται σε ιδιώτες και μέλη του Trusted (Internet) Community Representatives, τους «keyholders» που επιλέγονται σε «ανοιχτή συνέλευση»11. Η τελετή λαμβάνει χώρα σε δυο τοποθεσίες των ΗΠΑ. Η επιλογή των προσώπων είναι ιδιαίτερα επίπονη, καθώς επιδιώκεται μια αυξημένη ουδετερότητα, τόσο σε τυπικούς όρους (γεωγραφικά), όσο και ουσιαστικούς. Συνήθως πρόκειται για επιστήμονες ή επαγγελματίες της ψηφιακής ασφάλειας, ενώ επιδιώκεται να υπάρχει η ενδεδειγμένη διασπορά σε όρους επαγγελματικών συμφερόντων και εργοδοτών.  Η όλη διαδικασία διαρκεί κάποιες ώρες και περιλαμβάνει δεκάδες μέτρα ασφαλείας, όπως σάρωση ίριδας και άλλων βιομετρικών σαρωτών ή αίθουσες απομονωμένες από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό δίκτυο και ραδιοκυμάτων.  Η γραφικότητα της τελετής είναι ενδεικτική και δεν είναι λίγες φορές που στον Τύπο έχει παρουσιαστεί τόσο βαρύγδουπα12,13 ώστε η διοίκηση να προβεί σε έκδοση δελτίου τύπου 14 και δημοσίου σχολιασμού του θέματος. Κύρια σημεία που θίγονται στο δελτίο τύπου είναι ότι: (α) η αποκεντρωμένη υφή του διαδικτύου αποτρέπει εκ των πραγμάτων τη συγκέντρωση εκείνης της υπέρμετρης δύναμης, η οποία θα είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα τη λειτουργία του διαδικτύου, καθώς ακόμη και ο πλήρης έλεγχος μιας υποδομής του δικτύου, δεν ισοδυναμεί με πλήρη έλεγχο του δικτύου στο σύνολό του και ότι (β) η τελετή έχει τεχνική σημασία και οι οικείες δικλείδες ασφαλείας αφορούν σενάρια όπως η φυσική καταστροφή του υλικού φορέα των κλειδιών κρυπτογράφησης.

Σε αντίθεση με τη λαϊκή ρήση, η αλήθεια δεν βρίσκεται στη μέση. Εν προκειμένω είναι ασφαλέστερο να «στοιχηματίσουμε» ότι και οι δυο πλευρές έχουν ταυτόχρονα άδικο και δίκιο εκατέρωθεν.

Καταρχήν ιστορικά, η αρχή ήταν ένα στρατιωτικό ερευνητικό πρόγραμμα, πλήρως χορηγούμενο από το Υπουργείο Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Αν και το «παραδοτέο» του προγράμματος αυτού ήταν η εφεύρεση του πρώτου ψηφιακού δικτύου υπολογιστών, χαρακτηρίστηκε ως μια «υστερική απάντηση»15,16 στο πρόγραμμα Sputnik της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Το πρώτο αυτό δίκτυο γρήγορα διχοτομήθηκε17 στο «MILNET»18 και «ΝSFNET»19,20και εν τέλει καταλήξαμε στο σημερινό Διαδίκτυο, που στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υποδομές είναι ιδιωτικές.

Επιμένοντας ιστορικά, τη δεκαετία του ’80 και αφού προηγήθηκε η προαναφερθείσα διχοτόμηση, οι χρηματοδοτικές ανάγκες και η διακυβέρνηση του ARPNET μεταφέρθηκαν από το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ, στο Εθνικό (Αμερικάνικο) Επιστημονικό Ίδρυμα21. Την περίοδο εκείνη φαίνεται να υπήρχε απαγόρευση χρήσης του κεντρικού κορμού του δικτύου (backbone)  για εμπορικές υπηρεσίες κερδοσκοπικών εταιριών.22 Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να αναπτυχθούν παράλληλα δίκτυα, αμιγώς ιδιωτικά. Η νομοθετική εξουσία των ΗΠΑ ουδέποτε συζήτησε το διαξιφισμό περί Δημοσίου ή Ιδιωτικού δικτύου, αντίθετα παραχώρησε «βήμα» στην αναζήτηση της βέλτιστης διαδικασίας ιδιωτικοποίησης. Πράγματι, το 1991 ψηφίστηκε ο «High-Computing Performance Act», μια πράξη ιδιωτικοποίησης του δικτύου μέσω της καθίδρυσης του φορέα «National Information Infrastructure». To 1992 συντάχθηκε ο «Scientific and Advanced-Technology Act», ο οποίος ενίσχυσε την ιδιωτική πορεία και εν τέλει το 1993 η NSF σε κλειστή δημοπρασία παραχωρεί σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες την κατασκευή εξοπλισμού δικτύου (Access Points) και το 1995 το εν λόγω backbone βγαίνει εκτός λειτουργίας και διεκόπη κάθε χρηματική χορηγία προς το δίκτυο από το NSF. Από εκείνη τη στιγμή στο δίκτυο, το σημερινό Internet, δεν υπήρχε καμία κρατική υποδομή, παρόλο που η διεισδυτικότητά του είχε ήδη εξαπλωθεί σημαντικά και στη γηραιά ήπειρο δεκάδες πανεπιστήμια και σημαντικοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων καταστημάτων τραπεζών, είχαν πρόσβαση σε αυτό. Αναμφισβήτητα, το Internet δεν είναι κάτι το ενιαίο ή κάτι το συνεκτικό. Μάλλον πρόκειται για έναν απέραντο ωκεανό ετερογενών δικτύων, που μοναδικό τους κοινό, η ανάγκη να επικοινωνούν μεταξύ τους. Εξάλλου, εν έτει 2018 η θέση αυτή εύκολα επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη και μόνο του «Dark Web». Στην πτυχιακή του νομικού και αγαπημένου φίλου Πασιά Γεώργιου, ως φερόμενος δημιουργός του «Dark Web» καταδεικνύεται το Αμερικάνικο Πολεμικό Ναυτικό.23

Κατά δεύτερον, παρενέργεια της τεχνικής πολυπλοκότητας του διαδικτύου είναι, ότι αποτελεί ταυτόχρονα και γόνιμο έδαφος και για δεισιδαιμονίες. Η επικράτηση ή όχι ενός τεχνικού πρωτοκόλλου ή της τεχνολογίας δικτύου, ουδέποτε (μέχρι και σήμερα) δεν κρίθηκε στο επίπεδο της πολιτικής ή της νομοθεσίας. Εν προκειμένω, το Web, το οποίο συχνά λανθασμένα το ταυτίζουμε με το Internet, ήταν η επίλυση του προβλήματος ότι, παρόλα τα διάφορα δίκτυα διασυνδέονταν μεταξύ τους, ο χρήστης έπρεπε να «γνωρίζει» τι ακριβώς ψάχνει, πως να συνδεθεί στον εκάστοτε διακομιστή και να διαθέτει το απαραίτητο λογισμικό προβολής του περιεχομένου. Το Web ωστόσο είναι απλώς ένα «πρόγραμμα» που «τρέχει» στο Διαδίκτυο και διευκολύνει την ενιαία περιήγηση σε κάθε είδος περιεχομένου. Επίλυση στο ίδιο πρόβλημα είχε δώσει και η Gopher. Παρόλο που τεχνικά ήταν περισσότερο εμπλουτισμένο, πιθανόν η ύπαρξη χρέωσης να μείωνε σημαντικά τη λειτουργική ωφέλεια και για αυτό ουδέποτε να έγινε ιδιαίτερα αποδεκτό. Πιθανόν και η απόφαση της Google, να μην συμπεριλάβει στη μηχανή αναζήτησης το περιεχόμενο από το Gopher, να επηρέασε εξίσου ή και περισσότερο την πορεία του. Σε μια αντίστροφη θεώρηση, η επιδίωξη χειραγώγησης από κάποιο κέντρο συμφερόντων (π.χ. μια Κυβέρνηση) δεν διασφαλίζει εκ των πραγμάτων, ότι δεν θα δημιουργηθούν άλλα πρωτόκολλα ή ακόμη και νέα, νομότυπα ή άναρχα, άλλα δίκτυα. Το βαρύγδουπο της αφήγησης που συναντάμε στο Δημοσιογραφικό Τύπο, μάλλον πρέπει να δικαιολογηθεί, καθώς αποτυπώνει τα «κινηματογραφικά συναισθήματα» που δύναται να  προκαλέσει στο μέσο άνθρωπο, η ιδέα της απουσίας μιας καθολικής διακυβέρνησης του Διαδικτύου. Εκτός από την απτή προαναφερόμενη περίπτωση του «Dark Web», μοναδικό ενδιαφέρον αναμένεται να ενέχει η αντίδραση των υποκειμένων, που θεωρητικώς τουλάχιστον, υπάγονται στην «υπερεδαφική» εμβέλεια του Ενωσιακού Κανονισμού GDPR.24

Η εποχή προ της ιδρύσεως του ICANN

Το Internet αν και γεννήθηκε στους κρατικούς κόλπους της Αμερικάνικης Κυβέρνησης, ο τρόπος που εξελίσσονταν πέρασε στην κρίση τεχνικών επιστημόνων, ακαδημαϊκών και κερδοσκοπικών εταιριών παροχής υπηρεσιών ψηφιακών δικτύων. Η κρατική παρεμβατικότητα γρήγορα ελαχιστοποιήθηκε. Για παράδειγμα, ο δημιουργός του DNS, Jon Postel φαίνεται ότι επιδίωξε μια ψυχρή απολιτικοποιημένη προσέγγιση. Στην περίπτωση των ccTLD καταλήξεων, αντιστοίχησε και μεταβίβασε την εκάστοτε κατάληξη σε Χώρα στη βάση του «ISO 3166», μια πλήρη λίστα που ωστόσο εθίσται να χρησιμοποιείται για βιομηχανικούς σκοπούς. Στο τεχνικό του εγχειρίδιο, RFC 1951, δικαιολογεί την επιλογή του στη βάση ότι εμπλέκει ζητήματα ορισμού, τι είναι και τι δεν είναι χώρα, και σε ποια οντότητα πρέπει ή δεν πρέπει να αντιστοιχηθεί τέτοια κατάληξη.

Σε ακαδημαϊκό του πόνημα25, ο πρύτανης του Summer School on Internet Governance, Wolfgang Kleinwächter μας τεκμηριώνει πως η διεθνής πολιτική κοινότητα, αρχικώς και για μεγάλο διάστημα, αγνοούσε επιδεικτικά το Διαδίκτυο και πως η Κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα. Αναφέρει τρεις ανεκμετάλλευτες περιπτώσεις όπου τα «ψηφιακά ζητήματα» θα μπορούσαν να αναδειχτούν και να συζητηθούν σε διεθνή fora: (i) Στον επιτροπή (panel) της UNESCO με θέμα «η Νέα Παγκόσμια Τάξη Επικοινωνίας και Ενημέρωσης»26, με προεδρεύοντα το νομπελίστα ειρήνης   Sean MacBride, (ii) στη αναφορά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1993 για την ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και απασχόληση και (iii) τη «Διάσκεψη Πληρεξουσιών»27 της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών στο Κυότο, το 1994.

Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80, ο Jon Postel μέσω του Information Science Institute (ISI) συμβλήθηκε με το Αμερικάνικο Υπουργείο Εμπορίου, ώστε να δημιουργηθεί η Internet Assigned Number Authority (IANA), η αρχή εκείνη που θα διαχειρίζεται τα TLD, ή αλλιώς της καταλήξεις των domain αλλά και να αντιστοιχεί σε γεωγραφικές περιοχές συγκεκριμένες ομάδες IP διευθύνσεων (IP Address blocks). To 1995 επιδίωξε να μεταφέρει αυτές τις αρμοδιότητες υπό την αιγίδα του Internet Society (ISOC), μιας πολιτικού-προσανατολισμού ομάδας τεχνικών δικτύου. Η επιδίωξη ήταν ανεπιτυχής, καθώς φαίνεται η αμερικάνικη κυβέρνηση και ο ιδιωτικός τομέας πίστευε ότι μια τέτοια ομάδα δεν μπορεί να αντιληφθεί την πολιτική και εμπορική διάσταση της «dot com επανάστασης».28

To 1996 επιδιώχθηκε μια δεύτερη και διαφορετική προσέγγιση. Ο Jon Postel από κοινού με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ISOC, εγκαινίασαν την ενδιάμεση ad-hoc επιτροπή, στην οποία θα συμμετείχαν εκπρόσωποι των: (α) International Telecommunication Union (ITU), (β) World Intellectual Property Organization (WIPO), (γ) το επιχειρηματικό lobby, International Trademark Association (INTA), (δ) Internet Architecture Board (IAB), (ε) Internet Society (ISOC) και (στ) Internet Assigned Number Authority (ΙΑΝΑ). Ενώ στην πρώτη προσέγγιση ο Postel είχε προτείνει η διαχείριση των καταλήξεων να μοιραστεί σε εταιρείες, στη δεύτερη προτάθηκε ένα μη-κερδοσκοπικό μονοπώλιο στη διαχείριση του μητρώου, και λιανικοί έμποροι29 να αναλάβουν την εξυπηρέτηση των πελατών που επιθυμούν να αποκτήσουν ένα domain. Υπήρχαν πρόνοιες για ζητήματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και η WIPO είχε επιφορτιστεί με την επίλυση τέτοιων διαφορών, δίνοντας την με περίοδο 60 ημερών μεταξύ της αίτησης και της απόδοσης του ονόματος στο διεκδικούμενο πρόσωπο, αν και ουδέποτε δεν διευκρινίστηκε το εφαρμοστέο δίκαιο ή οι νομικές αρχές που όφειλε να χρησιμοποιεί η WIPO για την επίλυση των υποθέσεων διανοητικής ιδιοκτησίας.30 Επίσης προνοήθηκε και ένα σύστημα διακυβέρνησης του εν λόγω μονοπωλίου. Κάθε καταχωρητής θα μπορούσε να συμμετέχει στο «Συμβούλιο των Καταχωρητών»31, εφόσον ήταν πρόθυμος να πληρώσει το σχετικό δικαίωμα, ύψους $ 20.000.32

Η ίδρυση του ICANN

Η πορεία προς ένα αμιγώς ιδιωτικό Διαδίκτυο μπορεί να έμοιαζε αναντίστρεπτη, η συνεχόμενη όμως αδυναμία των διαφόρων παράγοντων να επέλθουν σε συμφωνία, καθιστούσε τις πρώμιες μορφές διακυβέρνησης αναποτελεσματικές και οι οποίες με την σειρά τους, δεν μπορούσαν να διευθετήσουν την ολοένα και αυξανόμενη τάση για σχηματισμό ή πρόσκληση νέων συμφερόντων.

Λίγο πριν την ίδρυση του ICANN, πρωταγωνιστικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτισαν οι «μαξιμαλιστές της διανοητικής ιδιοκτησίας».  Ο Bill Clinton μαζί με τον αντιπρόεδρο Al Gore, παρουσίασαν, για την εποχή εκείνη, ένα ριζοσπαστικό σύστημα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας που εγκαθίδρυε για τους κατόχους τέτοιων δικαιωμάτων, να εισπράττουν απαιτήσεις, ανάλογα με την χρήση του περιεχομένου που διακινούσαν. Το εν λόγω «white paper» αν και επιδιώχθηκε να συσχετιστεί με την ακαδημαϊκή έρευνα, ο σχολιασμός του γρήγορα μεταφέρθηκε στο επίπεδο της προεκλογικής εκστρατείας και συσχετίστηκε με την επιρροή που θα αποκόμιζαν οι Clinton και Gore, αν κέρδιζαν τη συμπάθεια των φιλικών φυσιογνωμιών του Hollywood.33 Οι συχνές αναφορές του  «fair use» στην πρόταση νόμου, ερμηνεύτηκαν ότι ο όρος ενέχει θέση περιορισμού της απολαύσεως της πληροφορίας, γνώσης και τέχνης34 και όχι δικονομικό εργαλείο υπεράσπισης του εναγόμενου, και κριτήριο στοιχειοθέτησης της δημόσιας και εμπορικής προβολής-αναπαραγωγής του έργου.35

Αριθμητικά και αντικειμενικά, η επανεμφάνιση της κρατική παρεμβατικότητας κατά το συσχετισμό δυνάμεων και συμφερόντων ήταν ένα γεγονός. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί ότι είναι ένα ικανό γεγονός να αναστρέψει τον εντονότατο ιδιωτικό χαρακτήρα που είχε ήδη αποκτήσει το Διαδίκτυο. Σίγουρα σε όρους φιλελευθερισμού αποτελούν δυσάρεστους οιωνούς, το ότι ένας αμιγώς διακυβερνητικός διεθνής οργανισμός, ο WIPO, αποκτά λόγο στις πρώμιες μορφές διακυβέρνησης του διαδικτύου, αλλά ότι μια αδυναμία στη λήψη ικανοποιητικής απόφασης, ήταν ικανή να επηρεάσει την κυβερνητική ατζέντα προτεραιοτήτων. Ωστόσο στο επίπεδο των πολιτικών πιέσεων θα πρέπει να συνυπολογιστεί η ευρύτερη χροιά των συμφερόντων των κατόχων διανοητικής ιδιοκτησίας. Επίσης δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, ότι αυτό το καινοτόμο «δίκτυο των δικτύων» είχε πια κερδίσει την προσοχή της Ευρώπης και Αυστραλίας36, και η επικυροποίηση των όποιων αποφάσεων είχε πια ως αναγκαία συνθήκη την επισημότητα των διαδικασιών και συζητήσεων. Εξάλλου, τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων δεν δημιούργησαν ένα κυβερνητικό ή διακυβερνητικό οργανισμό, δεν συντάχθηκε κάποια συνθήκη δημοσίου διεθνούς δικαίου, ούτε η αμερικάνικη κυβέρνηση ανέλαβε κάποια άμεση ευθύνη νομοθέτησης της νέας αυτής ψηφιακής επικράτειας.

Για να καταρριφθεί η θέση (α) ότι το Διαδίκτυο σχεδιάστηκε κατά τρόπο που να ευνοεί την ακυβερνησία του ή (β) ότι o Jon Postel, αν και μόλις είχε αποφοιτήσει όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του και πάντοτε στο πλαίσιο ερευνητικής σύμβασης με την Αμερικάνικη κυβέρνηση, συχνά επέλεγε να εξασκεί αυτά κατά τρόπο προσωπικό37, θα πρέπει να καταδείξει τουλάχιστον μια περίπτωση και μια χρονική περίοδο, όπου το διαδίκτυο ήταν υποκείμενο σε μορφή διακυβέρνησης. Ο μηχανικός και πολιτικός επιστήμονας Hans Klein, εξειδικεύει το ερώτημα, ορίζοντας ως διακυβέρνηση σε όρους: (i) επικράτειας, (ii) ρυθμιστικής αρχής, η οποία θα έχει την ικανότητα άσκησης πολιτικής εντός της εν λόγω επικράτειας, (iii) τις οποίες πολιτικές θα μπορεί να τις ενσωματώνει στο δίκαιο και (iv) να επιβάλλει κυρώσεις στις περιπτώσεις μη-συμμόρφωσης.

Το White Paper της 3ης Ιουνίου του 1998, ο τρόπος που επίλυε τα ψηφιακά ζητήματα ήταν με τη δημιουργία όχι μιας κρατικής ή κυβερνητικής επιχείρησης, αλλά αντίθετα η Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN), θα ήταν ένας ιδιωτικός οργανισμός, καθοδηγούμενος από τις δυνάμεις της αγοράς38, διοικούμενος από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, τα καθήκοντα του ICANN θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα: (α) απόδοση IP διευθύνσεων στους χρήστες του οργανισμού, (β) διοικητική διαχείριση των οικείων τεχνικών πρωτοκόλλων, (γ) διοίκηση του DNS και των (δ) root-server.

Η καθίδρυση και λειτουργία του ICANN ως απόφαση κέρδισε την υποστήριξη δεκάδων παικτών, συμπεριλαμβανομένων της Internet Society, IBM, δεκάδων εταιριών τεχνολογίας και ψηφιακού εμπορείων, αλλά και την άμεση υποστήριξη των τότε Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, η απόφασή της αποδίδεται στην πίστη της ότι η διακυβερνητικός χαρακτήρας της WIPO, θα περιορίσει σημαντικά την επικράτηση στον Ψηφιακό (Νέο) Κόσμο του αμερικάνικου δικαίου της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας.39

Είναι ζήτημα φιλσοοφικής διαλεκτικής, κατά πόσο τα παραπάνω είναι μια προσωπική νίκη του Jon Postel ή κατά πόσο η Αμερικάνικη Κυβέρνηση διευκολύνθηκε από το έργο του Jon Postel να κατευνάσει την επικείμενη απειλή της επέλευσης ενός άλυτου διπλωματικού παιγνίου. Με μια εκ των υστέρων ανάλυση, πιθανόν να ήμασταν σε θέση να δικαιολογήσουμε και μια συμπερασματολογία, ότι π.χ.  η Αμερικάνικη Κυβέρνηση δεν κατανοούσε το διχασμό της Κοινότητας του Διαδικτύου στα ζητήματα διακυβέρνησης, η πρόταση του J. Postel καθώς να ήταν η μόνη ολοκληρωμένη να παρέσυρε την κυβέρνηση στην αντίληψη ότι αντιπροσωπεύει τη θέληση και συναίνεση των χρηστών και των ιδιωτικών συμφερόντων. Ο Διευθύνων Σύμβουλος του Internet Society χαιρέτησε την ψήφιση του νομοσχεδίου λέγοντας, «είναι εξαιρετικό, ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να αφήσει τη διακυβέρνηση του Διαδικτύου, στους χρήστες και στον ιδιωτικό τομέα, και όχι στις Κυβερνήσεις».

  1. Country Code Top Level Domain
  2. Generic Top Level Domain
  3. π.χ.: .uk, .gr, .de ή .it
  4. π.χ.: .com, .edu ή .org
  5. Internet Corporation for Assigned Names and Numbers
  6. Συνηθίζονταν να φέρει το όνομα «hosts.txt»
  7. P. V. Mockapetris, K. J. Dunlap (1988). Development of the Domain Name System. ACM SIGCOMM Computer Communication Review (doi:10.1145/52325.52338).
  8. λ.χ. η επίθεση DDoS στις υποδομές της εταιρείας Dyn, τον Οκτώβρη του 2016. Για περίπου πεντέμισι ώρες, διαδικτυακές υπηρεσίες ή ιστοσελίδες όπως Netflix, Amazon, CNN και PlayStation Network. (Wikipedia (2018); Λήμμα: 2016 Dyn cyberattack).
  9. US Department of Commerce (1998). Management of Internet Names and Addresses. White Page. https://www.ntia.doc.gov/federal-register-notice/1998/statement-policy-management-internet-names-and-addresses.
  10. Wikipedia (2018). Λήμμα: Key ceremony.
  11. Βλέπε ιστοσελίδα, https://www.iana.org/help/tcr-application.
  12. Julie Bort (2016). The internet is still actually controlled by 14 people who hold 7 secret keys. Business Insider. https://www.businessinsider.com/the-internet-is-controlled-by-secret-keys-2016-10.
  13. James Ball (2014). Meet the seven people who hold the keys to worldwide internet security. The Guardian. https://www.theguardian.com/technology/2014/feb/28/seven-people-keys-worldwide-internet-security-web
  14. ICANN (2017). The Problem with «The Seven Keys». https://www.icann.org/news/blog/the-problem-with-the-seven-keys.
  15. Gary Anthes (2007). Happy Birthday, Sputnik! (Thanks for the Internet). Computerworld. https://www.computerworld.com/article/2540937/computer-hardware/happy-birthday–sputnik—thanks-for-the-internet-.html.
  16. G. Anthes (2007): […] Although Sputnik fell from orbit just three months after launch, it marked the beginning of the Space Age, and in the U.S., it produced angst bordering on hysteria. Soon, there was talk of a U.S.-Soviet «missile gap». […] The most immediate «something» was the creation of the Advanced Research Projects Agency (ARPA), a freewheeling Pentagon office created by President Eisenhower on Feb. 7, 1958. Its mission was to «prevent technological surprises» […].
  17. Robert J. Domanski (2015). Who governs the Internet? A Political Architecture. Lexington Books. σελ. 30.
  18. Σύμπτυξη του Military Network.
  19. Σύμπτυξη του National Science Foundation Network.
  20. Για την ακρίβεια, η δημιουργία του MILNET από τον Αμερικάνικο Στρατό έγινε στις αρχές του ’80, και το NSFNET δημιουργήθηκε στα τέλη του ’80, απορροφώντας τους χρήστες του ARPANET και το οποίο τέθηκε εκτός λειτουργία λίγο καιρό μετά.
  21. Στο εξής NSF.
  22. National Science Foundation (1988). NSFNET Acceptable Use Policy. Annual Report – Ανακτήθηκε από Ιnternet Archive το 2018, (link: http://web.archive.org/web/20161019023253/http://old.cni.org/docs/infopols/NSF.html).
  23. Γεώργιος Πασιάς (2018). Το Φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων στο Διαδίκτυο. Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σελ. 1. http://bit.ly/2CHudib.
  24. Internet Society (2018). The Internet and Extra-Territorial Effects of Laws. Internet Society Concept Note. Σελ. 2. https://www.internetsociety.org/resources/doc/2018/the-internet-and-extra-territorial-effects-of-laws/.
  25. Wolfgang Kleinwächter (2004). Beyond ICANN Vs ITU: How WSIS Tries to Enter the New Territory of Internet Governance. International Communication Gazette. Σελ 235. https://doi.org/10.1177/0016549204043609.
  26. New World Information and Communication Order (NWICO).
  27. Plenipotentiary Conference; https://www.itu.int/en/history/Pages/PlenipotentiaryConferences.aspx?conf=4.15.
  28. W. Kleinwächter, ο.π., σελ. 236.
  29. Οι επονομαζόμενοι καταχωρητές ή registrar.
  30. Milton Mueller (1999). ICANN and Internet governance: sorting through the debris of self-regulation. Info (Vol. 1 Issue 6). MCB UP Ltd. Σελ 502. https://doi.org/10.1108/14636699910801223.
  31. Council of Registrars ή CORE.
  32. M. Mueller, ο.π.
  33. Pamela Samuelson (1996). The Copyright grab. Wired. https://www.wired.com/1996/01/white-paper/.
  34. P. Samuelson, ο.π.
  35. Rich Stim (2010). What Is Fair Use. Stanford University Libraries. Copyright & Fair use (blog). https://fairuse.stanford.edu/overview/fair-use/what-is-fair-use/.
  36. M. Mueller, ο.π., σελ 504.
  37. Hans Klein (2002). ICANN and Internet governance: Leveraging technical coordination to realize global public policy. Information Society (Vol. 18 Issue 3). Σελ 198. https://doi.org/10.1080/01972240290074959.
  38. Market-driven.
  39. M. Mueller, ο.π., σελ 504.