Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν. Clappas Trading House Ltd, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1200

Στην υπόθεση Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ αμφισβητήθηκε η ύπαρξη ρήτρας δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου. Αυτό που αρχικώς αναδείχτηκε από την Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ (στο εξής ελλαδική εταιρεία) ως τέτοια πρόνοια, ήταν ο όρος ενός προσχεδίου της συμφωνίας, προσχέδιο όπως κατάφερε επιτυχώς να αποδείξει η κυπριακή Clappas Trading House Ltd (στο εξής κυπριακή εταιρεία).

Ύστερα από διαπραγματεύσεις, η κυπριακή εταιρεία άρχισε να διανέμει επί προμήθειας τα προϊόντα της Ελλαδικής εταιρείας. Η εμπορική αυτή συνεργασία δεν έμελλε να αντέξει στο χρόνο και προέκυψαν διαφορές, και η κυπριακή εταιρεία ήγειρε αγωγή εναντίον της ελλαδικής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αξιώνοντας αποζημιώσεις.

Η ελλαδική εταιρεία καταχώρησε σημείωση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ζητήθηκε η αναστολή της διαδικασίας. Πρόβαλλε ως κύριο λόγο την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού οι εταιρείες είχαν συνάψει Σύμβαση Διανομής, η οποία διελάμβανε και τη ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και εφαρμογής του ελληνικού δικαίου. Η κυπριακή εταιρεία επικαλέστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελούσε απλώς ένα προσχέδιο στη βάση του οποίου γινόταν η συζήτηση των όρων συνεργασίας. Η εκδοχή της, ότι η εμπορική συνεργασία τους διεξαγόταν στη βάση emails και προφορικών συνομιλιών, περιοδικά και κατά περίπτωση.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η θέση της κυπριακής εταιρείας δεν φαίνεται να απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αποδέχτηκε ως μέρος των διαπραγματεύσεων τις προφορικές συζητήσεις, τα emails και τις ανταλλαγές επισκέψεων εκπροσώπων των δυο εταιρειών, ωστόσο τα συμπεράσματα και τα αποτελέσματα αυτών, παρατήρησε ότι, ουδέποτε δεν οριστικοποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν σε ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο έγγραφο. Έκρινε επίσης ότι δεν προκύπτει από πουθενά, η αποδοχή της ρήτρας επιλογής forum και εφαρμοστέου δικαίου από την κυπριακή εταιρεία, και διαπίστωσε ότι στο ένα από τα εφτά emails που κατατέθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι τα μέρη προσδοκούσαν στην οριστικοποίηση της σύμβασης και άρα η αρχική πρόταση για Σύμβαση Διαμονής ουδέποτε δεν είχε οριστικοποιηθεί.

Εν όψει των παραπάνω ευρημάτων το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το τότε άρθρο 23  του κανονισμού «Βρυξέλλες Ι» (πλέον, βάσει του Κανονισμού 1215/2012, άρθρο 25) δεν τυγχάνει εφαρμογής, εφόσον η ύπαρξη συμφωνίας για ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή, και στην επίδικη αυτή περίπτωση η ρήτρα τύγχανε αμφισβήτησης. Επικαλέστηκε την υπόθεση SPRL Arcado (SPRL Arcado v. SA Haviland [1988] ECR 1539 [C-9/87]), στην οποία αποφασίστηκε ότι οι απαιτήσεις για αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της συνεργασίας αντιπροσωπείας αποτελεί «διαφορά εκ συμβάσεων» κατά την έννοια του άρθρου 5 (πλέον, βάσει του Κανονισμού 1215/2012, άρθρο 7) της Σύμβασης των Βρυξελλών και τελικά το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης.