Hampton Advisory Group SA ν. Bost AD και άλλων, (2012) 1 Α.Α.Δ. 549

Μια από τις παρεχόμενες δυνατότητες του Ενωσιακού Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου είναι ότι συχνά προβλέπεται και επιτρέπεται από τα μέρη να προβαίνουν τόσο στην επιλογή αρμοδίου δικαστηρίου, όσο και στην επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου.

Η δυνατότητα αυτή αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης και στην υπόθεση Hampton Advisory Group SA. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η σχετική πρόνοια της σύμβασης προνοούσε διαφορετικό αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμοστέο δίκαιο, ανάλογα με το είδος της διαφοράς που προέκυπτε. Σαφώς και κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι «η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας τυγχάνει σεβασµού», εξάλλου αυτό απαιτεί και το σχετικό άρθρο 25 του κανονισμού «Βρυξέλλες Ι».

Οι εφεσείοντες, εγγεγραμμένη εταιρεία στον Παναμά, συνεβλήθη στις 20/7/1997 µε τους εφεσίβλητους, μια εταιρεία εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία. Η Hampton Advisory Group SA ήταν μια εταιρεία συμβούλων και θα παρείχε επενδυτικές οδηγίες στην Bost AD έναντι του ποσού των $150.000. Οι υπηρεσίες αυτές περιεγράφησαν ως «the advance» και το τίμημα ως «the price». Η Bost AD επίσης συμφώνησε ως εγγύηση της πληρωμής να παράσχει στην πρώτη εταιρεία την επιλογή να αποκτήσουν όλες τις μετοχές που κατείχε η ίδια στην Unicrosby Trading Ltd. Η εγγύηση πληρωμής περιγράφτηκε ως «options» και ως επιλογή ήταν εκχωρήσιμη ως το τέλος του 2007 και εφόσον δεν καταβαλλόταν το τίμημα ή σημαντικό μέρος αυτού.

Η ρήτρα επιλογής δικαστηρίου και επιλογής εφαρμοστέου δικαίου ήταν καταγεγραμμένη ως όρος 6 και διατυπωμένη ως ακολούθως:

6. Governing Law

6.1. This Agreement shall be governed by the Bulgarian law for the Advance and for the Price, and by the laws of Cyprus for the exercise of the option and related registrations and for the maintaining of the value of the Shares.

6.2. The Bulgarian courts will be competent to decide on any disputes over the Price, and the courts of Cyprus will be competent to decide on any disputes over the option and on claims based on decrease of the value of the Shares.

Πράγματι λοιπόν η προεκτεθείσα ρήτρα προνοούσε διαφορετικά fora και δίκαια για την επίλυση διαφορών και όχι άστοχα, το Ανώτατο Δικαστήριο σχολίασε ότι «ίσως όχι και η καλύτερη διευθέτηση».

Από το πρωτόδικο δικαστήριο ανέκυψαν επιχειρήματα και ενστάσεις που αφορούσαν το σύνολο της σύμβασης και την εγκυρότητά της. Πιο συγκεκριμένα τέθηκαν ζητήματα, όπως ότι «δεν έφερε την υπογραφή των δύο ατόμων που κατά το έτος 1997, ενεργώντας από κοινού, ηδύναντο να τη δεσμεύσουν, η δε υπογραφή που παρουσιαζόταν στη συμφωνία δεν αναγνωριζόταν από την εταιρεία ως αυθεντική». Επιπλέον αμφισβητήθηκε και η γενικότερη παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, που ήταν και ο κεντρικός σκοπός της σύμβασης και εξαρχής το πρωτόδικο δικαστήριο στάθηκε στο ότι ουδέποτε δεν ανέφεραν οι ενάγοντες ποιες υπηρεσίες και πότε τις πρόσφεραν στην εταιρεία.

Ο όρος 6 του συμφωνητικού αδυνατούσε να απαντήσει και να επιλύσει το ερώτημα, ποιο είναι το επιθυμητό δίκαιο και ποιο το επιθυμητό δικαστήριο των μερών, στην περίπτωση που αμφισβητηθεί η ίδια η σύμβαση, η εγκυρότητα και η αλήθεια της.

Οι δικαστές δεν θέλησαν να αμφισβητήσουν τη θεμελιωμένη δυνατότητα των διαδίκων, την ελευθερία να επιλέγουν forum επίλυσης των διαφορών τους και προς χάρη του σεβασμού τέτοιων ρητρών επιλέχθηκε ένας συλλογισμός που θα εντόπιζε την κύρια παροχή της σύμβασης. Στην επίδικη περίπτωση θεωρήθηκε ότι η βάση της αγωγής είναι η υποχρέωση καταβολής των $150.000 και η εγγραφή των μετοχών της  Unicrosby Trading Ltd αποτελεί ένα είδος ασφάλειας της πρωταρχικής υποχρέωσης. Παρόλο που κατά την έφεση τέθηκε ο χαρακτηρισμός ότι οι μετοχές αυτές αποτελούν ένα είδος αντιπαροχής, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν άλλαξε στάση και απορρίφθηκε η έφεση, µε έξοδα εναντίον των εφεσειόντων και υπέρ των εφεσίβλητων.