Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Ltd ν. Jensen Am Properties Ltd κ.α., υπ’ αριθμόν 1020/14 (7/6/2016)

Στην πρωτόδικη απόφαση Τράπεζα Κύπρου PLC η ενάγουσα εταιρεία ήταν πιστωτικό ίδρυμα και μεταξύ των άλλων είχε επιπρόσθετη εγκατάσταση στην Αγγλία, στην οποία η δεύτερη εναγόμενη υπέγραψε συμφωνία στεγαστικού δανείου.

Παρόλο που η διάταξη 24(1) του κανονισμού «Βρυξέλλες Ι» υπερέχει και δεν υποκλίνεται σε καμία άλλη διάταξη και άρα αν διαπιστώνονταν, ότι η αγωγή είναι in rem, δηλαδή εμπράγματη, και όχι in personam, δηλαδή ενοχική, τότε η δικαιοδοσία που θα προέκυπτε θα ήταν αποκλειστική και ο απαραίτητος συλλογισμός προς την εξεύρεση δικαιοδοσίας θα λάμβανε τέλος.

Παρόλα αυτά, η ευπαίδευτος δικαστής Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, πιθανόν επειδή ήταν μια από τις θέσεις της εναγόμενης, προτίμησε να μελετήσει αρχικά την επίδικη διαφορά με την υπόθεση ότι η βάση της αγωγής είναι in personam, να εξεύρει δικαιοδοσία και στη συνέχεια να εξετάσει την αγωγή ως in rem και να διαπιστώσει αν ευσταθεί η συζητήσιμη αυτή υπόθεση και τότε να καταλήξει στην τελική δικαιοδοσία. Το ευτύχημα για εμάς τους νομικούς μελετητές είναι ότι μπορούμε να εξαγάγουμε καίρια συμπεράσματα για το πως ερμηνεύουν τον κανονισμό τα κυπριακά δικαστήρια, στις διάφορες περιπτώσεις που αναδεικνύονται μέσα από αυτά τα σενάρια.

Καταρχήν σχολιάστηκε ότι από τη στιγμή που η εταιρεία στην Αγγλία, στην οποία υπογράφτηκε η σύμβαση έχει την ίδια ονομασία με την ενάγουσα εταιρία, και ανεξαρτήτως της ακριβούς σχέσεως των δυο εταιριών και των γεγονότων που μεσολάβησαν μέχρι τη συνομολόγηση της πιστοληπτικής συμβάσεως, αναδεικνύεται τουλάχιστον ένας νομικά σημαντικός συνεργατικός σύνδεσμος  μεταξύ ενάγουσας εταιρείας και της εταιρείας που υπογράφτηκε η σύμβαση.

Ήδη προοικονόμησα ότι σε συμβατικές διαφορές και στην περίπτωση που ο εις εκ των διαδίκων μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασθενέστερος, και δη καταναλωτής, υπάρχει ένα αυθύπαρκτο τμήμα κανόνων που ορίζουν τη δικαιοδοσία με ένα φιλικότερο τρόπο προς τον ασθενέστερο διάδικο και στην περίπτωσή μας ο ενάγοντας μπορεί να ενάγει τον καταναλωτή μόνο στα Δικαστήρια της κατοικίας του δευτέρου.

Όμως ευθύς-εξαρχής το τέταρτο τμήμα του κανονισμού θέτει ότι απαιτούνται δυο προϋποθέσεις για την υπαγωγή της διαφοράς στο τμήμα αυτό: (α) ο ισχυρότερος διάδικος κατευθύνει τις δραστηριότητες στην κατοικία του ασθενεστέρου, και όπως επισημάνθηκε στην προ-προηγούμενη παράγραφο, η εναγόμενη εταιρεία το πράττει αυτό διαμέσου της εταιρείας στην Αγγλία με την ίδια την ονομασία, και (β) ότι η συγκεκριμένη συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της κατεύθυνσης αυτής.

Η δεύτερη εναγόμενη εκτελεί χρέη διευθυντή στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, που παρεμπιπτόντως το πρώτο συνθετικό της επωνυμίας είναι το ονοματεπώνυμό της, και εγγυήθηκε προσωπικώς τα χρέη της πρώτης άρα η κατεύθυνση δύσκολα ευσταθεί και το Κυπριακό Δικαστήριο παρέμεινε δύσπιστο ως προς τον καταναλωτικό χαρακτήρα της συμβάσεως.

Επιμένοντας στο in personam σενάριο-εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δικαιοδοσία θα ανευρεθεί από τη γενική 4η διάταξη του κανονισμού αλλά και συμπληρωματικά από την 7(1)(α), που θέτει αρμόδια δικαστήρια του κράτους µέλους «όπου θα γίνει εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη συμφωνία».

Εισαγωγικά η ευπαίδευτος δικαστής Ταλαρίδου-Κοντοπούλου για το σενάριο-εργασίας ότι η διαφορά, που έχει ενώπιόν της, έχει αντικείμενο ακίνητη περιουσία, επικαλέστηκε την απόφαση του ΔΕΕ Reichert (Reichert v kockler [1990] ECR 1-26) και στάθηκε στο ότι, το τότε, άρθρο 16 (πλέον, βάσει του Κανονισμού 1215/2012, άρθρο 24) «πρέπει να ερμηνευτεί περιοριστικά» ώστε να υπάγονται σε αυτό οι διαφορές  που έχουν «ως αντικείμενο και σκοπό την εφαρμογή και εκτέλεση δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας».

Από τη στιγμή που η ενάγουσα τράπεζα ζητά: (α) αναγνωριστικά δικαιώματα σε σχέση µε τη διάθεση ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στην Κύπρο, (β) να εισπράξει αποζημιώσεις που προκύπτουν από παράβαση συμφωνίας και (γ) βάσει σύμβασης έχει το δικαίωμα να κινηθούν εναντίον εξασφάλισης, τότε οι απαιτήσεις της επίδικης αγωγής στρέφονται απευθείας κατά του ακινήτου και άρα τα Κυπριακά Δικαστήρια όχι μόνο έχουν δικαιοδοσία, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι αποκλειστική.