Οι εξετάσεις γενετικού υλικού ως εργαλείο Κυπριακού Οικογενειακού Δικαστηρίου και για σκοπούς εξακρίβωσης της πατρότητας

Εξετάζοντας την επίδραση των οικονομικοκοινωνικών μετεξελίξεων των καιρών μας, στους δεσμούς της οικογένειας, μια ανάγκη, της οποίας η παρουσία της παρεισφρύει συνεχώς, είναι η δυνατότητα διερεύνησης και διάγνωσης των δικαιωµάτων των γονέων – εν προκειμένω της μητέρας – και κατά έναν τρόπο όπου θα υποβοηθιέται µε την προσαγωγή επιστηµονικής µαρτυρίας.

Η υπό κρίση διαλλεκτική, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 24Α του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νοµική Υπόσταση) Νόµου (ν. 187/91), το οποίο άρθρο 24Α εισήχθη στη βασική νοµοθεσία µε τον τροποποιητικό νόµο 78(1)/06. Από τότε διατυπώνεται ότι:

  • […] η λήψη δείγµατος αίµατος ή άλλου γενετικού υλικού από οποιοδήποτε πρόσωπο για σκοπούς υλοποίησης των οδηγιών του ∆ικαστηρίου για τη διενέργεια αιµατολογικών ή γενετικών εξετάσεων δεν µπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού·
  • […] Όταν το ∆ικαστήριο δώσει οδηγίες µε […] και οποιοδήποτε πρόσωπο αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία είναι αναγκαία για την υλοποίηση των οδηγιών αυτών, το ∆ικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συµπέρασµα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή το οποίο φαίνεται στο ∆ικαστήριο να είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις.

Η πιο πάνω νοµοθετική διάταξη ερµηνεύθηκε στην απόφαση του ∆ευτεροβάθµιου Οικογενειακού ∆ικαστηρίου, στην υπόθεση Mary Jane Supatan και Νικόλα Περιστιάνη, (2006) 1 Α.Α.∆. 1417, όπου αναφέρθηκαν: «[η] εφαρµογή της σχετικής διάταξης δεν εξαναγκάζει το πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνεται εκδοθέν διάταγµα, να συµµορφωθεί, ώστε να γίνεται λόγος για παραβίαση κεκτηµένων δικαιωµάτων. ΄Ο,τι, µε την εφαρµογή της διάταξης, επιτυγχάνεται, είναι να δώσει τη δυνατότητα σε διάδικο να παρουσιάσει στο δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και ο διάδικος προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγµα συγκατατίθεται, επιστηµονική µαρτυρία, η οποία θα βοηθήσει στη διάγνωση των δικαιωµάτων των διαδίκων. Εάν ο διάδικος δε συγκατατεθεί στη λήψη αίµατος, το δικαστήριο το µόνο το οποίο µπορεί να πράξει, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι να εξαγάγει τα δικά του συµπεράσµατα. Συνεπώς, δεν µπορεί να γίνεται λόγος για επηρεασµό κεκτηµένου δικαιώµατος».

Η οικογενειακή ευταξία ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι απομακρυσμένη από την αλήθεια ή να υπόκειται σε καταδολίευση. Αν και νομομαθής του Ελλαδικού Δικαίου, ο. Α. Σ. Γεωργιάδης εύστοχα διατύπωσε ότι: «[ό]πως όλα τα δικαιώµατα έτσι και το δικαίωµα για την αναγνώριση της πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάµο µπορεί ενδεχοµένως να ασκείται καταχρηστικά (ΑΚ 281). Ωστόσο, η θεµελίωση της καταχρηστικότητας θα πρέπει να βασίζεται σε αυστηρά κριτήρια και να γίνεται δεκτή σε όλως εξαιρετικές περιστάσεις καθώς η έννοµη τάξη ενδιαφέρεται έντονα για την αποκατάσταση της αληθινής οικογενειακής τάξης των προσώπων. Ενόψει των παραπάνω και µε την επιφύλαξη της άσκησης του δικαιώµατος µέσα στις νόµιµες αποσβεστικές προθεσµίες δεν είναι καταχρηστική µόνη η πολυετής από τη γέννηση του τέκνου αδράνεια του δικαιούχου να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας καθώς και η έλλειψη οποιασδήποτε οχλήσεως εκ µέρους του»

Η Κυπριακή ∆ηµοκρατία υπέγραψε τη Σύµβαση για τη Νόµιµη Κατάσταση των Εξώγαµων Τέκνων την 1/12/1975 και ακολούθως την κατέστησε εσωτερικό δίκαιο µε τον Κυρωτικό Νόµο 50 του 1979. Μετά την τροποποίηση του Συντάγµατος και τη δημιουργία των Οικογενειακών ∆ικαστηρίων το 1990 (ν. 23/90), θεσπίστηκε ο Περί Τέκνων (Συγγένεια και Νοµική Υπόσταση) Νόμος (ν. 187/91) δυνάµει του οποίου αποδόθηκε δικαιοδοσία για την αναγνώριση εξώγαµου τέκνου στα Οικογενειακά ∆ικαστήρια, συμπεριλαμβανομένης και της διεξαγωγής αιµατολογικών, γενετικών ή άλλων πρόσφορων εξετάσεων, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο αντίδικος είναι ή δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του τέκνου.

Η πλέον σημαντικότερη διαλλακτική που αναφύεται είναι αν η εξεύρεση της αλήθειας μπορεί να δικαιολογήσει κάποιον βαθμό εξαναγκασμού και άσκησης βίας, και αν η επιδίωξη της οικογενειακής ευρυθμίας μπορεί να εσωκλείει τέτοιες περιστάσεις όπου ασυζητητί θα υπερέχει ή θα επισκιάζει άλλα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η διενέργεια γενετικών εξετάσεων πρόκειται για διαδικασία που ενέχει το στοιχείο της επέµβασης σε πρόσωπο. Το δικαίωµα στην ιδιωτική ζωή και η προστασία του από κάθε επέµβαση κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγµατος αλλά και από το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΣ∆Α).  Η ιδιωτική ζωή αναμφίβολα συνδέεται µε την προστασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και διασφάλισης του ιατρικού απορρήτου. Το Ιατρικό Απόρρητο και τα Προσωπικά Δεδομένα δεν είναι μόνο μείζονα και επίκαιρα θέματα, αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία των διαφόρων νομοθετικών τάσεων. Τα οικεία νομοθετήματα συνήθως προβλέπουν ένα ελάχιστο επίπεδο εγγυήσεων, διαδικασιών και κανονισμών για να εµποδίζεται κάθε αποκάλυψη, κοινοποίηση ή µετάδοση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα – είτε σχετικά είτε όχι – µε την υγεία.  Χαρακτηριστικά και μη-εξαντλητικά, το  Άρθρο 8 της ΕΣ∆Α, ορίζει ότι κάθε άνθρωπος δικαιούται σεβασµό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του και κατά επέκταση δεν επιτρέπεται η επέµβαση δηµόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώµατος αυτού. Μοναδικές εξαιρέσεις αν η επέµβαση αυτή προβλέπεται από το νόµο και αποτελεί µέτρο το οποίο, σε δηµοκρατικούς όρους, είναι αναγκαίο για την Εθνική και ∆ηµόσια ασφάλεια, την οικονοµική ευηµερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωµάτων και ελευθεριών των άλλων.

Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, κάθε είδους επεξεργασία ευαίσθητων δεδοµένων είναι δυνατό να γίνει µόνο σύµφωνα µε το Νόµο, για καθορισµένους σκοπούς και/ή µε τη συγκατάθεση του ατόµου που τον αφορούν. Η Απόφαση της Αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα για την καταχώρηση εντάλµατος φύσεως Certiorari υπ’ αρ. 189/2004 (2005) 1 ΑΑ∆, 417, ηµεροµηνίας 30 Μαρτίου 2005 αφορούσε ποινική διαδικασία και τη λήψη δείγµατος από ύποπτο παρά τη θέλησή του. Εκεί τέθηκαν επί τάπητος τα κριτήρια που ενδεχομένως να μπορούν να δικαιολογήσουν τον εξαναγκασμό σε αναφορά προς το συµφέρον για την καταπολέµηση του εγκλήµατος, νοουµένου φυσικά ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα διάταγμα για τη διενέργεια αιµατολογικών, και γενικά ιατρικών εξετάσεων και παρά τη θέληση του προσώπου, μπορεί να συνιστά άσκηση «λογικής βίας», η οποία δικαιολογείται από το καλώς νοούµενο συµφέρον του ανηλίκου, δεδοµένου και πάλι ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλει η αρχή της αναλογικότητας πληρούνται; Το ερώτημα αυτό ωστόσο υπονοεί μια θέση την οποία οφείλουμε να μην μας βρίσκει σύµφωνους. Η ποικιλοτρόπως  αντισυνταγματικότητα κατά της εξουσίας να εκδοθεί ένα τέτοιο ∆ιάταγµα δεν μπορεί να απορροφηθεί από το πλεονέκτημα ότι θα προσκομιστούν επιστηµονικές µαρτυρίες οι οποίες θα αποσκοπούν στην απόδειξη των καθοριστικών ισχυρισμών.

Ως προς την αποφυγή όλων αυτών των αμείλικτων προβληματικών, ο νομοθέτης επέλεξε μάλλον ένα χειρουργικής ευαισθησίας μονοπάτι. Αυτό που πρακτικά παρέχεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο είναι να δίδει οδηγίες, και όχι διατάγματα, ως προς τη διενέργεια αιματολογικών, γενετικών ή άλλων εξετάσεων. Νομική βάση της ευχέρειας είναι αυτής είναι το άρθρο 24Α του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νοµική Υπόσταση) Νόµου (ν.187/91), και με τον περιορισμό ότι επρόκειτο για υποθέσεις όπου επιζητείται η διακρίβωση του βιολογικού πατέρα. Όπως ήδη αναφέρθηκε το ∆ικαστήριο κέκτηται εξουσίας να εκδίδει µόνο οδηγίες και όχι ∆ιαταγή και συνεπάγεται ότι απαιτείται η συγκατάθεση του φερόμενου πατέρα του τέκνου. Αν λοιπόν το πρόσωπο αρνείται ή παραλείπει να προβεί σε αυτές, τότε το ∆ικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συµπέρασµα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή, το οποίο φαίνεται στο δικαστήριο να είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις, χωρίς ωστόσο αυτή η άρνηση ή η παράλειψή του, να λογίζεται ότι οι ισχυρισµοί του αντιδίκου του, ήτοι της μητέρας του τέκνου, έχουν αποδειχθεί, δίχως άλλο.

Σε υπόθεση ανάλογης χροιάς που εφεσεβλήθηκε, το Ανώτατο κατέληξε ότι «[τ]ο μοναδικό, απόλυτο και εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να εξάγει το Δικαστήριο από την άρνηση του Καθ’ ου η αίτηση να υποβληθεί σε γενετικές εξετάσεις, παρ’ όλες τις οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο, είναι ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ο βιολογικός πατέρας του ανηλίκου τέκνου της Αιτήτριας. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι αυθαίρετο, αλλά η άρνησή του αποτελεί τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας που οδηγεί σ’ αυτό το συμπέρασμα».