Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης: Ένα δικηγορικό παίγνιο ψυχολογίας;

Οι λέξεις δεν αποτελούν μόνο εργαλείο επικοινωνίας και εξωτερίκευσης συναισθημάτων, συχνά καλούνται να υποστηρίξουν τη λειτουργία του ορισμού και αυστηρού προσδιορισμού εννοιών και ιδεών. Καθόσον το ενστικτωδώς κυνήγι επιβίωσης και η συλλογή τροφής υποκαταστάθηκε από τη γεωργία, την τεχνική και την επιστήμη ήταν αναμενόμενο ότι οι βασικοί συμβολισμοί και έννοιες δεν θα είναι πια άλλο ικανά να σηκώσουν την αλλεπάλληλη διαδοχή πολιτισμών. Από το πέταγμα ως ένδειξη ελευθερίας και λύτρωσης, στο πυθαγόρειο θεώρημα και κατόπιν στο αόρατο χέρι του A. Smith, το κυριότερο που σχηματοποιείται είναι ένα υπερφυσικό κανάλι, μια μεταφυσική δίαυλος και μια μοναδικά λαμπερή κοινωνία, με κοινωνούς ιδέες και πληροφορίες. Η εργασία μας θα ήταν επίπονη και μίζερη, αν δεν ήταν εφικτό να προσθέτουμε νέες λέξεις και όρους.

Η παραπάνω συλλογιστική εφάπτεται και στο κατά πόσο η γονική αποξένωση μπορεί να έχει εκφάνσεις συνδρόμου και να απαντήσει στο γιατί φαίνεται να μην γίνεται πάντοτε αποδεκτή ως σύνδρομο από την ψυχολογική και δικαστική κοινότητα. Η εξιστόρηση του φαινομένου ως σύνδρομο αρχίζει από τον ψυχίατρο Richard Alan Gardner από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Μια σειρά από ιδιαίτερα εμπόδια και παρεξηγήσεις, καταστούν το έργο του έντονα αμφιλεγόμενο ακόμη και στις μέρες μας. Παραδείγματος χάριν ανέκυψαν ζητήματα πολιτικής ορθότητας και σεξισμού από τις εμπειρικές του παρατηρήσεις ότι συχνότερα οι μητέρες αποτελούσαν την γενεσιουργό αιτία και επιταχυντικό παράγοντα του ζητήματος. Ωστόσο το έργο του δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Ευθύς εξαρχής προέβη σε συγκεκριμένο ορισμό του συνδρόμου αλλά και σε ακριβή αποτύπωση των συμπτωμάτων που εμφανίζει τόσο ο αποξενωτής γονέας, όσο και το παιδί θύμα. Αναφορικά με τον ορισμό σε ελεύθερη απόδοση αναφερόμαστε σε μια διαταραχή που ξεσπά στο πλαίσιο φιλονικιών κηδεμονίας. Πρόκειται για μια εκστρατεία-κατήχησης του τέκνου κατά του γονέα. Οι παθογένειες της διαταραχής είναι μια σύμπραξη του δογματισμού του αλλοτριωτή γονέα καθώς και τη συμβολή του ιδίου τέκνου προς τον αποξενωμένο γονέα. Διερευνώντας τα συμπτώματα απαριθμούμε τα ακόλουθα:

  • Εκστρατεία υποτίμησης και προσβολής·
  • Αδύναμοι και/ή παράλογοι και/ή επιπόλαιοι εξορθολογισμοί της αποδοκιμασίας·
  • Απουσία σαφήνειας·
  • Υπέρμετρο αίσθημα ανεξαρτητοποίησης·
  • Αντανακλαστικές αντιδράσεις του αποξενωτή κηδεμόνα στις διάφορες συγκρούσεις και διαμάχες·
  • Έλλειψη ενοχής αναφορικά με τις κακομεταχειρίσεις και εκρήξεις του αποξενούμενου γονέα·
  • Ύπαρξη δανεισμένων σεναρίων·
  • Εκτεταμένη διάδοση της εχθρότητας κατά του αποξενούμενου γονέα στο ευρύτερο φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον.

Ο R. A. Gardner καταπιάνεται και με μια συλλογιστική που κατά κάποιον τρόπο πρόκειται για μια εις άτοπον απαγωγή. Ακόμη και αν εξαντλήσουμε τις δυνατότητες για διαξιφισμό περί συνδρόμου, πάθησης, διαταραχής και παθογόνου μοτίβου συμπεριφοράς, στον απλό όρο «γονική αποξένωση» οφείλουμε να του αποδίδουμε μια πιο ευρεία ερμηνεία.

Ένα παιδί μπορεί να αποξενωθεί από τον έναν ή και τους δυο βιολογικούς ή θετούς γονείς εν όψει κακομεταχείρισης, σεξουαλικής κακοποίησης και ακατάλληλων συνθηκών διαβίωσης, συμπεριλαμβανομένων συνθηκών εγκληματικότητας, χρήσης ναρκωτικών και εθισμού στον τζόγο ή το αλκοόλ. Τα φαινόμενα που μόλις περιγράψαμε με τις περιστάσεις που εσωκλείουν μια ερμηνεία περί συνδρόμου έχουν μια διαμετρικά αντίθετη υφή. Έτσι λοιπόν η επιμονή μας να εξακολουθούμε να απαρνιόμαστε το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης, υπονομεύει την απονομή της Δικαιοσύνης και την προστασία του θεσμού της Οικογένειας από τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Η Δικηγορία και οι διάφορες δικανικές λειτουργίες εδράζονται σε σημαντικό βαθμό στη μέθοδο της περιπτωσιολογίας, στο συναίσθημα της ασφάλειας του Δικαίου και γενικότερα στον εντονότατο κανονιστικό χαρακτήρα της Δικαιοσύνης. Αν για λόγους επιπολαιότητας και πολιτικής αντίληψης, συμψηφίσουμε τις δυο παθογενείς καταστάσεις, τότε εγκλωβίζουμε το Δικαστή σε διευθετήσεις υπό ένα ενιαίο πλαίσιο κανόνων και διαδικασιών με απρόσμενα επακόλουθα. Επιμένοντας σε ένα συμψηφισμό απότοκο του καθωσπρεπισμού, όταν κλητευτεί ένας Δικαστής να εξετάσει και να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του προϊόντος του Συνδρόμου – και πράγματι καταλήξει ότι ο αποξενούμενος γονέας ουδέποτε κακοποίησε ή παρενόχλησε το τέκνο του – τότε ποιος δικονομικός κανόνας ή προβλεπόμενη διαδικασία ενώπιόν του, θα επιτρέψει (στο Δικαστή αυτόν) να αντιστρέψει τη διερεύνηση κατά του αποξενωτή κηδεμόνα; Θα ήταν αφέλεια χειρίστου είδους, αν πιστέψουμε ότι η απόπειρα του ενός γονέα να ριζοσπαστικοποιήσει το τέκνο κατά του άλλου γονέα δεν ενέχει τα δικά του στίγματα βιαιότητας και κακοποίησης.

Ο κατάλογος DSM είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη λίστα διαταραχών και συνδρόμων και είναι αυταπόδεικτη πλάνη όταν δικηγόροι και δικαστές αποφαινόμαστε ως προς την ύπαρξη μιας ασθένειας, ελέγχοντας μόνο αν σε μια δεδομένη έκδοση του καταλόγου, υπάρχει ή δεν υπάρχει σχετική πρόνοια. Οι στοχασμοί, και όπως αυτοί έχουν εξελιχθεί σε διάφορες αίθουσες δικαστηρίων ανά την εμφύλιο, περί της αναγνώρισης του υπό εξέταση συνδρόμου, παρουσιάζουν μια απτή ιδιομορφία. Εντός της αίθουσας ενός δικαστηρίου, η συζήτηση περί της ύπαρξης του «Συνδρόμου Γονικής Αποξένωσης», άρχεται από τον αντίδικο της μεριάς που ισχυρίζεται ή υπονοεί ότι οι επίδικες περιστάσεις μπορούν να υπαχθούν στο Σύνδρομο αυτό. Υπό μια κινηματογραφική εκλαΐκευση της δικονομίας, αν καταπέσει ένα επιχείρημα, καταπέφτει και ο ίδιος ο ισχυρισμός. Αν δεν υπάρχει κλοπιμαίο δεν υπάρχει κλέφτης, αν δεν υπάρχει όπλο δεν υπάρχει φονιάς, και αν δεν υπάρχει το σύνδρομο, η γνώμη του τέκνου είναι ελεύθερη και του ιδίου. Η ένταση λοιπόν της συζήτησης που ενδεχομένως να συναντά κάποιος στις διάφορες νομολογίες, ουδεμία σχέση έχει με τις λεπτές διαφορές μεταξύ συνδρόμου και διαταραχής. Οι οικείες συζητήσεις εντός της αιθούσης, μοναδικό σκοπό έχουν την αποτελεσματική διεκδίκηση της κηδεμονίας.

Ένα παιδί το οποίο έχει αποξενωθεί από τον ένα γονέα, επειδή παρενοχλούνταν σεξουαλικά σαφώς χρήζει εντελώς άλλης αντιμετώπισης και η υπόθεσή του θα πρέπει να παρουσιαστεί και να υποστηριχθεί εντελώς διαφορετικά από ένα παιδί που βρέθηκε ανάμεσα σε δυο φανατισμένους γονείς, και αυτό ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και τα δυο παιδία ενδεχομένως να έχουν σχηματίσει ως ένα βαθμό τις δικές τους απόψεις και συμπεράσματα.